Εισαγωγή……………………………………………………………………….. 1

Βιβλιογραφία – Παραποµπές…………………………………………………………. 27

2.6.      Ikioi (φορά) και Kasumi (στιγµή) …………………………………………         45

2.13.    Ukemi – Οι πτώσεις…..……………………………………………………          51

2.13.2. Υοκο-Ukemi (πτώση πλάγια) ………………………………………        53

2.13.3. Mae Ukemi (πτώση εµπρός) …………………………..……………       54

2.13.4. Πτώση µπροστά µε κυβίστηση ……………………..………………        54

Βιβλιογραφία – Παραποµπές…………………………………………………………. 56

στα ελληνικά) …………………………………………………………………         57

3.1. Nage waza ………………………………………………………………………        57

3.2. Katame waza ……………………………………………………………………        60

3.2.1. Ne waza – Τεχνικές εδάφους (Ομαδοποίηση)………………………………….. 61

που σχηµατίζουν µοχλό) ……………………………………….…          72

από πλαγιά µε το ένα πόδι πάνω στον αντίπαλο)…………………………………….. 73

Βιβλιογραφία  – Παραποµπές …………………………………………………………                          75

4.5      Ju-no-kata (το kata της µη αντίστασης /ευλυγισίας) ………………………         82

Βιβλιογραφία – παραπομπές…………………………………………………………. 94

ασκήσεις και παιχνίδια…………………………………………………………. 95

5.1      Ασκήσεις judo που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη σχολική φυσική

αγωγή ……………………………………………………………………….        96

5.2.2. Παιχνίδια σε ζευγάρια ………………………………………………        100

χώρο. ……………………………………………………………                103

το Ne-Waza …………………………………………………………          108

Βιβλιογραφία – παραποµπές………………………………………………………… 110

Το Judo λόγω της µεγάλης του θεαµατικότητας και του ενιαίου του χαρακτήρα, απολαµβάνει μεγάλης δημοτικότητας τα τελευταία χρόνια στη χώρα µας, µε αποτέλεσμα την έλευση μεγάλων διακρίσεων σε διεθνές επίπεδο. Ο αυξανόμενος αριθμός των αθλητών του οφείλεται στο γεγονός ότι καλλιεργείται σε συλλόγους, ∆ήµους και ιδιωτικά γυμναστήρια. Με την εργασία αυτή επιχειρείται η συµβολή στην κατεύθυνση της μεθοδικής ιδιαίτερα από τους προπονητές που ασχολούνται µε µικρά παιδιά και αρχάριους. Παράλληλα η εργασία αυτή θέλει να βοηθήσει και τους φοιτητές του Τ.Ε.Φ.Α.Α. οι οποίοι επιθυμούν να γνωρίσουν καλύτερα το άθλημα αυτό.

Όπως και το οποιοδήποτε άθλημα, το Judo διαθέτει το δικό του περιεχόμενο, τις δικές του τεχνικές και τις κατάλληλες μορφές οργάνωσης και προετοιµασίας. Οι τεχνικές του Judo είναι δηµιουργηµένες και προσαρµοσµένες στις δυνατότητες τις οποίες προσφέρει η ειδική στολή του αθλήµατος (Kimono). Το άθληµα του Judo χαρακτηρίζει ένα πλήθος τεχνικών, µερικές από αυτές στην όρθια θέση (Nage-Waza), όπως είναι οι ρίψεις µε ανατροπές, µε σαρώµατα, µε γαντζώµατα κ.λπ. και άλλες στο έδαφος (Ne-Waza), όπως είναι οι τεχνικές των ακινητοποιήσεων, των πνιγµών, οι εξαρθρωτικές – µοχλοί, αλλά και τεχνικές επίθεσης των ζωτικών σηµείων (Atemi-Waza) που χρησιµοποιούνται στην αυτοάµυνα κυρίως. Όλες αυτές οι τεχνικές προσδίδουν στο Judo δυναµισµό και θεαµατικότητα, ενώ συµβάλλουν παράλληλα στην καλλιέργεια της φαντασίας και της δηµιουργικής σκέψης των αθλητών.

Η εργασία είναι δοµηµένη σε πέντε κεφάλαια. Στο πρώτο εµπεριέχονται ιστορικά στοιχεία σχετικά µε την εξέλιξη, το σκοπό, τη φιλοσοφία, την εθιµοτυπία, τα χαρακτηριστικά και την ορολογία του τζούντο. Το δεύτερο αναφέρεται σε ένα βασικό αλγόριθµο ιδιοποίησης της τεχνικής (στάσεις σώµατος, λαβές, µετακινήσεις, ανατροπές της ισορροπίας, πτώσεις κτλ). Στο τρίτο οι τεχνικές ταξινοµούνται και αποδίδονται στα ελληνικά και επιλεκτικά παρατίθενται κάποιες αντιπροσωπευτικές τεχνικές από την κάθε οµάδα. Μια καταγραφή των γνωστών και µη kata (προκαθορισµένες ακολουθίες κινήσεων µε αντίπαλο) µε την απόδοση τους στα ελληνικά επιχειρείται στο τέταρτο κεφάλαιο για λόγους ιστορικούς, εθυµοτυπικούς, φιλοσοφικούς και αναγνώρισης. Στο πέµπτο παρατίθενται ένα σύνολο ασκήσεων και παιχνιδιών τα οποία συµβάλλουν στην εκµάθηση του Judo σε µικρά παιδιά και µπορούν να χρησιµοποιηθούν στη σχολική φυσική αγωγή.

Η εργασία συστηµατοποιεί διάφορα στοιχεία µεθοδικής και εµπειριών ξένων ειδικών κυρίως, αλλά και Ελλήνων, παράλληλα παραθέτει ένα πλήθος από πληροφορίες που αφορούν το Judo. Στο σύνολό της είναι συνδυασµός θεωρίας και πρακτικής, συµπεριλαµβάνοντας θέµατα, η γνώση των οποίων κρίνεται απαραίτητη για όσους ασχολούνται ή θα ασχοληθούν ενεργά µε το άθληµα αυτό.

Το Judo είναι ένα από τα πιο διαδεδοµένα αθλήµατα παγκοσµίως που προέρχονται από τις αρχαίες πολεµικές τέχνες µε προέλευση από την Ιαπωνία και την πολεµική τέχνη η οποία είναι γνωστή σαν Ju Jitsu (τζουτζούτσου όπως είναι η ακριβής ονοµασία του). Οι τεχνικές του Judo είναι δηµιουργηµένες και προσαρµοσµένες στις δυνατότητες τις οποίες προσφέρει η ειδική στολή του αθλήµατος που µοιάζει µε το ιαπωνικό kimono και ονοµάζεται τζουντόγκι (Judo–gi). Ο Ιάπωνας Jigoro Kano (1860-1938), πτυχιούχος πολιτικών και οικονοµικών επιστηµών,

αλλά και άριστος γνώστης της παιδαγωγικής της φυσικής αγωγής και των πολεµικών τεχνών, συγκέντρωσε, ανάλυσε και βελτίωσε τις τεχνικές του παλιού Jiu-Jitsu, δηµιουργώντας έτσι ένα καινούριο άθληµα, το Judo, δίνοντάς του τη µορφή που και σήµερα επικρατεί σ’ ολόκληρο τον κόσµο. Ο Jigoro Kano απέκλεισε από το Judo όλα τα στοιχεία εκείνα, που θα µπορούσαν να είναι επικίνδυνα για την υγεία και τη ζωή των ασκουµένων.

Η αλήθεια είναι ότι υιοθέτησε πολλές από τις τεχνικές του Ζίου Ζίτσου και ταυτόχρονα εφάρµοσε καινούργιες. Με την Οριοθέτηση όµως, σαν βασικό στόχο του αθλήµατος, εκτός από τη διάπλαση του ανθρώπινου σώµατος και τη διαµόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα, µέσω της πνευµατικής και ηθικής πειθαρχίας, µετέτρεψε το Τζούντο από µια νέα πολεµική τέχνη σε πραγµατικό τρόπο ζωής.

Ο Jigoro Kano στις 22 Φεβρουαρίου 1882, σε ηλικία 22 ετών, ίδρυσε τη δική του Σχολή, στο Βουδιστικό Ναό Eishogi και την ονόµασε Kodokan. Η λέξη ” Κοdοkan ” σηµαίνει τόπος (kan) για διδαχή (ko) του τρόπου (do) ή τόπος για διδαχή του judo . Στο Κοdοkan δεν γινόταν µόνο πρακτική εξάσκηση στις τεχνικές αλλά επίσης διαλέξεις φυσιολογίας, ψυχολογίας, ηθικής και φιλοσοφίας, όλων όσων εµπεριέχονται στο judo του Kano. Το Kοdokan Judo σιγά- σιγά άρχισε να εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ιαπωνία. Το 1907 υπολογίζεται ότι είχε ήδη

Το Ινστιτούτο του Κόντοκαν, της Σχολής για τη για διδαχή του τρόπου, εξακολουθεί να βρίσκεται στην καρδιά του παγκοσµίου Τζούντο. Αποτελεί την εξέλιξη της σχολής του Τζίγκορο Κάνο και συνδιάζει το λεγόµενο παραδοσιακό τζούντο µε τον πρωταθλητισµό. Η Ιαπωνική οµοσπονδία τζούντο στεγάζεται στα κτίρια του Κόντοκαν, στο Τόκιο και όλοι οι τζουντόκα της Ιαπωνίας είναι µέλη του αφού έχουν κερδίσει τους βαθµούς τους στα εσωτερικά πρωταθλήµατα του Ινστιτούτου.

Οι σηµερινές εγκαταστάσεις του, στο κέντρο του Τόκιο, χτίστηκαν το 1958, ενώ το 1982 ανακαινίστηκαν και επεκτάθηκαν. Αποτελεί ένα πραγµατικό «πανεπιστήµιο» του τζούντο και αποτελεί πόλο έλξης για κάθε τζουντόκα. Τα µέλη του πλησιάζουν τα δύο εκατοµµύρια και οι αίθουσές του είναι ανοιχτές σχεδόν όλη την ηµέρα, για Ιάπωνες και ξένους τζουντόκα που

επιθυµούν να ασκηθούν. Εντός του Ινστιτούτου φιλοξενούνται βιβιλιοθήκες, ξενώνες και ένα µουσείο του τζούντο, ενώ λειτουργούν µαθήµατα τζούντο κάθε επιπέδου.

Η µετάφραση της λέξης Judo δίνει καθαρά τη µορφή που έχει το άθληµα αυτό. Οι λέξεις jujitsu και judo γράφονται µε δύο κινέζικους χαρακτήρες . Η λέξη ju και στα δύο έχει την ίδια σηµασία και σηµαίνει : «απαλότητα», «πραότητα», «ηπιότητα», «ευγένεια», «ευλυγισία», ή

«υποχώρηση- δεξιοτεχνία».        Η έννοια του jutsu είναι «τέχνη», «πρακτική». Το do σηµαίνει

«αρχή», «µέθοδος», «δρόµος-τρόπος» συσχετισµένος µε την έννοια της ίδιας της ζωής. Το jujitsu µπορεί να µεταφραστεί σαν «ευγενής-ήπια τέχνη», και το judo σαν» ευγενικός- ήπιος δρόµος» ή «δρόµος της υποχώρησης» εννοώντας ότι πρώτα υποχωρώ για να νικήσω τελικά , κατ’ επέκταση και «δρόµος της δεξιοτεχνίας».

Στο “ΝΤΟ” συµπεριλαµβάνεται η έννοια “της βελτίωσης του χαρακτήρα κάποιου”. Το τζούντο του Jigoro Kano έχει ως υπέρτατο στόχο του την άσκηση του σώµατος και του πνεύµατος, η οποία υπερβαίνει την έννοια του “κερδίζω-χάνω” ή τη φιλοσοφία του ανταγωνισµού του Jujitsu , ενώ αναγνωρίζει τη σηµασία του συναγωνισµού και της ευγενούς άµιλλας.

Ο Jigoro Kano γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1860 στο Migake κοντά στο Kobe, στην Ιαπωνία, από αριστοκράτες γονείς. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήµες και Φιλολογία στο Πανεπιστήµιο του Τόκιο και ασκήθηκε χρόνια κοντά στους µεγαλύτερους δασκάλους, τόσο στο Ju Jitsu η Jiu-Jitsu, όσο και σε άλλα αθλήµατα, µελετώντας ταυτόχρονα όλες τις παλιές µεθόδους αυτοάµυνας.

Το Ju Jitsu από τα µέσα του 19ου αιώνα και µετά περνούσε τη µεγαλύτερη κρίση της Ιστορίας του. Αυτό οφειλόταν: α) στον άνεµο των µεταρρυθµίσεων που έπνεε τότε στην Ιαπωνία, β) στην έλλειψη κεντρικής οργάνωσης των διαφόρων Σχολών, γ) στην έλλειψη κανονισµών αγώνων και δ) στα πολλά ατυχήµατα που πάθαιναν οι αθλητές του. Αυτή την εικόνα της παρακµής εµφάνιζαν περίπου και όσες Πολεµικές Τέχνες ίσχυαν ακόµα, όταν εµφανίστηκε ο J. Kano, φοιτητής ακόµα, ο οποίος αφού διαπίστωσε τις ατέλειες του Ju Jitsu και την ασάφεια των τεχνικών του, αφαίρεσε όλα τα επικίνδυνα στοιχεία της πολεµικής αυτής τέχνης, υιοθέτησε τις καλύτερες τεχνικές και εφεύρε ολόκληρο σύστηµα τεχνικών και ασκήσεων. Το πλήρες αυτό σύστηµα πάλης το ονόµασε Kodokan Judo.

Η Σχολή του Κοdοkan τον πρώτο χρόνο έχει εννέα µαθητές. Στην αρχή η αυτή αντιµετωπίζει δυσκολίες, τόσο από τους µοναχούς που φοβούνται µήπως τους καταστρέψει το Ναό, όσο και από τις άλλες ισχυρές Σχολές του Ju Jitsu, καθώς επίσης από τη δυσπιστία που δείχνει ο κόσµος στο νέο άθληµα. Όταν, εµφανίστηκαν οι τέσσερις «ουράνιοι φύλακες», ο

Γίιρπο Σάικο, ο Τσουνέιρο Τοµία, ο Γιοσιάκι Γιαµασίτα και ο Σακουΐρο Γιοκοχάµα, η σχολή του Τζιγκόρο Κάνο επικράτησε όλων των αθλητών του Ζιου Ζίτσου.

Το 1886 στους Αγώνες που διοργανώνει η Μητροπολιτική Αστυνοµία του Τόκιο µεταξύ των µεγαλύτερων Σχολών, το Kodokan συµµετέχει µε 15 αθλητές. Τα λαµπρά αποτελέσµατα που πετυχαίνει (13 νίκες και 2 ισοπαλίες) διαλύουν και τις τελευταίες αµφιβολίες του κόσµου και εδραιώνουν το Judo σαν το καλύτερο σύστηµα άµυνας και επίθεσης. Ο αριθµός των µαθητών πολλαπλασιάζεται από χρόνο σε χρόνο και ο J. Kano αναλαµβάνει την εκπαίδευση της Αστυνοµίας του Τόκιο, αλλά και τη διάδοσή του παγκοσµίως. Για το σκοπό αυτό εκπαιδεύει συνεχώς νέα στελέχη και στέλνει τους καλύτερους µαθητές του στην Αµερική και την Ευρώπη για να διδάξουν το Kodokan Judo.

Το 1903 ο Γιαµασίτα κατ’ εντολή του Κάνο πήγε στις ΗΠΑ όπου διέδωσε το Τζούντο εκπαιδεύοντας ακόµη και τον Αµερικανό Πρόεδρο Τεοντόρ Ρούσβελτ. Στις ΗΠΑ βρέθηκε κι ένας ακόµη φηµισµένος αθλητής ο Μιτσούγκο Μαέντα που έδωσε 2.000 αγώνες χωρίς να γνωρίσει την ήττα (!), ενώ το 1915 το άθληµα από τον ίδιο διαδόθηκε και στη Βραζιλία. Παρά τις φυσιολογικές αλλαγές οι βασικοί κανόνες του Τζούντο παραµένουν ίδιοι, όπως και η βασική φιλοσοφία του πατέρα του Τζούντο, ο οποίος ήθελε τη νέα πολεµική τέχνη σαν ένα άθληµα µε τους λιγότερους δυνατούς τραυµατισµούς.

Ο ίδιος ταξιδεύει συνέχεια από το 1909, είναι ήδη διπλωµατικός υπάλληλος και δίνει διαλέξεις σ’ όλο τον κόσµο παρουσιάζοντας το νέο άθληµα. Το 1911 εκλέγεται Πρόεδρος της Ιαπωνικής Αθλητικής Οµοσπονδίας και τον επόµενο χρόνο οδηγεί την Ιαπωνική οµάδα στους Ολυµπιακούς της Στοκχόλµης. Συνολικά έλαβε µέρος 8 φορές, σαν αντιπρόσωπος της Χώρας του, στους Ολυµπιακούς Αγώνες. Το 1920 το Judo περιλαµβάνεται στο πρόγραµµα της δηµοτικής εκπαίδευσης στην Ιαπωνία.

Ο J. Kano πέθανε στις 4 Μαΐου του 1938 σε ηλικία 78 χρόνων, επιστρέφοντας από το Κάιρο, όπου είχε λάβει µέρος στο ∆ιεθνές Συνέδριο των Ολυµπιακών Αγώνων. Στη συνέχεια το Judo διδασκόταν σε δύο µεγάλες σχολές στην Ιαπωνία, σύµφωνα µε τις αρχές του ιδρυτή του. Η µια από τις σχολές αυτές ήταν το Kodokan του Τόκιο, και η άλλη το Budokai του Κιότο. Ο δεύτερος παγκόσµιος πόλεµος κατάφερε ένα δυνατό πλήγµα στο Judo, τόσο στην Ιαπωνία, όσο και στις υπόλοιπες χώρες στις οποίες γινόταν πρακτική εξάσκηση σε αυτό. Στην Ιαπωνία οι εκπαιδευτές του Judo ήταν υποχρεωµένοι να διδάσκουν το Atemi-Waza (τεχνικές επίθεσης στα ζωτικά σηµεία του σώµατος) και άλλες επικίνδυνες µορφές του Ju-Jitsu.                                                                                                                    Οι ηθικές αρχές του Judo, τις οποίες ονειρεύτηκε ο Kano, λησµονήθηκαν στην περίοδο του πολέµου. Στην περίοδο κατοχής της Ιαπωνίας από του Αµερικανούς απαγορεύτηκαν όλες οι πολεµικές τέχνες, εκτός του Judo, από τις αστυνοµικές σχολές (ιδιωτικά), πράγµα το οποίο είχε

Με τη λήξη της απαγόρευσης αρχίζει η εξάπλωσή του γύρω στα 1951, οπότε και διεξάγεται το πρώτο ∆ιεθνές Πρωτάθληµα Judo, στη Γαλλία, στο Παρίσι και ιδρύεται η ∆ιεθνής Οµοσπονδία του Judo. Για τριάντα χρόνια ο Τζιγκόρο Κάνο αφιέρωσε τη ζωή του στη διάδοση και εξάπλωση του αθλήµατος. Βασικός συνεργάτης του Βαρόνου Πιερ Ντε Κουπερτέν, είχε ενεργό ρόλο στο Ολυµπιακό Κίνηµα και υπήρξε µέλος της ∆ΟΕ. Ο Τζιγκόρο Κάνο δεν πρόλαβε να δει όσο ζούσε (πέθανε το 1938), την είσοδο του Τζούντο στους Ολυµπιακούς Αγώνες (το 1964 στο Τόκιο), ούτε την ίδρυση της ∆ιεθνούς Οµοσπονδίας (το 1951), την οποία είχε προτείνει ο ίδιος από τη δεκαετία του ‘30.

Αυτή τη στιγµή η ∆ιεθνής Οµοσπονδία Τζούντο (IJF) έχει στα µητρώα της περισσότερες από 180 χώρες-µέλη. Νωρίτερα, το 1948, είχε ιδρυθεί η Ευρωπαϊκή Οµοσπονδία Τζούντο ενώ το 1951 διεξήχθη και το πρώτο Ευρωπαϊκό Πρωτάθληµα. Η εισαγωγή των κατηγοριών επηρέασε άµεσα την ανάπτυξη του Τζούντο, ενώ οκτώ χρόνια πριν από τους Ολυµπιακούς Αγώνες του Τόκιο το 1964, στην ίδια πόλη, διεξήχθη το πρώτο Παγκόσµιο Πρωτάθληµα µε συµµετοχή 31 αθλητών από 21 χώρες.

Το 1956 διοργανώνεται το πρώτο Παγκόσµιο Πρωτάθληµα του Τόκιο, το οποίο διεξάγεται και το 1959. Το πρωτάθληµα αυτό από το 1965 διεξάγεται ανά δύο χρόνια. Πολλές χώρες, όπως η Αµερική και Γαλλία, προσκαλούν Ιάπωνες εκπαιδευτές µε σκοπό την ανάπτυξη του Judo στη χώρα τους. Στην Ολλανδία, ο Haku Machigami αναδεικνύει τον Anton Geesing, ο οποίος στέφεται Παγκόσµιος Πρωταθλητής και χρυσός Ολυµπιονίκης στην Ολυµπιάδα του Τόκιο το 1964. Οι νίκες του Ολλανδού Anton Geesing επί του Ιάπωνα Kaji Sone στο Παγκόσµιο Πρωτάθληµα του Judo το 1961 στο Παρίσι και επί του Kaminaga στην Ολυµπιάδα του 1964 στο Τόκιο, σηµαίνουν το τέλος της Ιαπωνικής κυριαρχίας στο άθληµα αυτό.

Πρέπει επίσης να τονιστεί, µε την ίδια σηµασία, το γεγονός ότι στην ίδια Ολυµπιάδα η τρίτη και τέταρτη θέση στην ελαφρά κατηγορία και στην κατηγορία των βαρέων καταλήφθηκαν από Σοβιετικούς αθλητές. Στη συνέχεια η ανάπτυξη του Judo είναι ραγδαία και εµφανίζονται πολλοί καλοί αθλητές από διαφορετικές πλέον χώρες. Από το 1964 το Judo περιλαµβάνεται στο πρόγραµµα των Ολυµπιακών Αγώνων του Τόκιο και τελικά εδραιώνεται το 1972 στην Ολυµπιάδα του Μονάχου, σαν Ολυµπιακό Άθληµα.

Το 1980 διεξήχθη για πρώτη φορά το Παγκόσµιο Πρωτάθληµα γυναικών. ∆ώδεκα χρόνια αργότερα, το 1992 στη Βαρκελώνη το Τζούντο γυναικών συµπεριλαµβάνεται και στο πρόγραµµα των Ολυµπιακών Αγώνων. Αν και µεγάλες δυνάµεις του αθλήµατος θεωρούνταν η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Κούβα και η Ρωσία, η διασπορά των µεταλλίων στους Ολυµπιακούς Αγώνες είναι αρκετά µεγάλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στους Ολυµπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ τα 56 µετάλλια του αθλήµατος µοιράστηκαν 25 χώρες, µια περισσότερη σε σχέση µε τους αγώνες της Αθήνας το 2004.

Στην  Ελλάδα το Τζούντο εµφανίστηκε λίγο µετά τον Β΄ παγκόσµιο πόλεµο.  Το 1977 αναγνωρίστηκε επίσηµα, ως άθληµα και εντάχθηκε στον ΣΕΓΑΣ ενώ το 1985 ιδρύθηκε η Ελληνική Οµοσπονδία Τζούντο που σήµερα αριθµεί 150 και πλέον σωµατεία µε µια δύναµη

Στην Ελλάδα το τζούντο εµφανίστηκε λίγο µετά τον Β΄ παγκόσµιο πόλεµο. Συγκεκριµένα άρχισε να «καλλιεργείται» το 1947, όταν ένας Άγγλος εκπαιδευτικός Σίντνεϊ Βάος (Waoh) άρχισε να διδάσει ένα µίγµα Τζουτζούτσου και Τζούντο. Μετά το θάνατό του (1950), το έργο του συνέχισε στον Πανελλήνιο Γυµναστική Σύλλογο (ΠΓΣ), ένας εκ των µαθητών του, ο

∆ηµήτριος ∆αµιανού, ο οποίος κατά πολλούς θεωρείται και ο «πατέρας» του Τζουτζούτσου και του Τζούντο στην Ελλάδα.

Το 1958, ήλθε στην Ελλάδα ο Ιάπωνας δάσκαλος Κιγιόσι Κοµπαγιάσι (6ο Νταν του Κόντοκαν), ο οποίος κατόπιν εξετάσεων απένειµε στους ∆ηµήτριο ∆αµιανού και Χρήστο Φιλιππίδη το 1ο Νταν, που ισοδυναµούσε και µε τις πρώτες µαύρες ζώνες στη χώρα µας. Ο

∆ηµήτριος ∆αµιανού συνέχισε το έργο του στον Όµιλο Αντισφαιρίσεως Αθηνών (ΟΑΑ), ενώ στον ΠΓΣ άρχισε να διδάσκει ο Χρήστος Παπαηλιόπουλος (2ο Νταν), που προερχόµενος από τη Γερµανία ήταν ουσιαστικά ο πρώτος δάσκαλος αγωνιστικού τζούντο στην Ελλάδα,. ενώ ο

∆ηµήτριος ∆αµιανού απήλθε και συνέχισε να διδάσκει στον όµιλο που ίδρυσε στην Ελληνοαµερικανική Ένωση. Ο πρώτος, επισκέφθηκε αργότερα το Κόντοκαν στην Ιαπωνία, όπου του απενεµήθη το 2ο Νταν (σ.σ. ο πρώτος Έλληνας που προήχθη σε αυτόν το βαθµό µέσα στο ίδιο το Κόντοκαν).

Αυτόν τον πυρήνα βρήκε ο Γιώργος Καράγιωργας (1ο Νταν στη Γαλλία), επιστρέφοντας από την Κορέα και την Ιαπωνία το 1954 και άρχισε να διδάσκει στον ΟΑΑ και να οργανώνει το Ελληνικό Judo σε κανονικό άθληµα. Οι δύο πρώτες οµάδες Judo οργανώθηκαν στον Αθηναϊκό Όµιλο Αντισφαιρίσεως και στον Πανελλήνιο Σύλλογο. Το 1971, δηµιουργήθηκε ένας ακόµη σύλλογος, πολύ ισχυρός αγωνιστικά στη Θεσσαλονίκη υπό την αιγίδα της ΧΑΝ. Επίσης το 1971 ήρθε από την Ιαπωνία, µε 3ο Νταν από το Κόντοκαν, ο Ιωάννης Βερώνης, ο οποίος και ίδρυσε τη σχολή του, την Μπούντοκαν.

Χωρίς οµοσπονδία και αγώνες, το τζούντο έψαχνε να βρει το δρόµο του. Το 1976, χάρη στις προσπάθειες του Χρήστου Παπαηλιόπουλου και την αµέριστη συµπαράσταση του Γενικού Γραµµατέα Αθλητισµού, Κωνσταντίνου Παπαναστασίου, ιδρύθηκε υπό την αιγίδα του ΣΕΓΑΣ η πρώτη τεχνική επιτροπή τζούντο στη χώρα µας. Ένα χρόνο αργότερα διεξήχθησαν οι πρώτοι προκριµατικοί αγώνες τζούντο, µε σκοπό τη συγκρότηση της πρώτης εθνικής οµάδας, η οποία και αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στους Βαλκανικούς Αγώνες του Βουκουρεστίου.

Το 1977, αφίχθη από τη Ρουµανία ο οµογενής ∆ηµήτριος Βασιλείου (Βασιλέσκου), διεθνής διαιτητής, ο οποίος δίδαξε τους κανόνες διαιτησίας του τζούντο, βάζοντας ουσιαστικά τα θεµέλια του αµιγώς αγωνιστικού τζούντο. Η πρώτη διοργάνωση από τη χώρα µας, οι Βαλκανικοί Αγώνες Τζούντο, έγινε πραγµατικότητα το 1979. Έξι χρόνια αργότερα, το τζούντο απέκτησε τη δική του, αυτόνοµη οµοσπονδία, την Ελληνική Οµοσπονδία Φιλάθλων Τζούντο (ΕΟΦΤ), η οποία αργότερα µετονοµάστηκε σε Ελληνική Οµοσπονδία Τζούντο (ΕΟΤ).

Η ανάπτυξή του στην Ελλάδα την τελευταία 10ετία ήταν εντυπωσιακή. Και αν η 7η θέση του Χαράλαµπου Παπαϊωάννου στους Ολυµπιακούς Αγώνες της Ατλάντα ήταν ότι καλύτερο είχε να επιδείξει το τζούντο στη χώρα µας από τη «γέννησή» του και µέχρι τη δεκαετία του `90, µετά το 2000 ήρθε η απόλυτη «έκρηξη» από πλευράς αγωνιστικών επιτυχιών. Χρονικά, η πρώτη σπουδαία στιγµή για το ελληνικό τζούντο ήρθε στη Βουδαπέστη το 2001 οπότε στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθληµα για αθλητές κάτω των 20 ετών, ο ∆ιονύσης Ηλιάδης κατέκτησε τη δεύτερη θέση στην κατηγορία των -100 κιλών. Στη συνέχεια ένα χρυσό µετάλλιο στους Ολυµπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004 από τον Ηλία Ηλιάδη (-81κ.), ένα µετάλλιο σε παγκόσµιο πρωτάθληµα ανδρών, τρία µετάλλια σε ευρωπαϊκά πρωταθλήµατα ανδρών, τρία µετάλλια σε παγκόσµια πρωταθλήµατα εφήβων, έντεκα µετάλλια σε ευρωπαϊκά πρωταθλήµατα Νέων ανδρών/Νέων γυναικών, πέντε µετάλλια σε ευρωπαϊκά εφήβων και τέσσερα µετάλλια σε ευρωπαϊκά πρωταθλήµατα παίδων, συµπληρώνουν ένα παζλ µιας πορείας αν µη τι άλλο εντυπωσιακής.

Το Judo διδάσκεται στο Τ.Ε.Φ.Α.Α. Θεσσαλονίκης από το 1983 σαν µάθηµα ειδικότητας και επιλογής από τον παλαιό πρωταθλητή και καθηγητή Φυσικής Αγωγής (µέλος Ε.Ε.∆Ι.Π.) κ. Βίκτωρα Σιώπη, µαθητές του οποίου υπήρξαν και οι περισσότεροι από του σηµερινούς προπονητές – καθηγητές Φυσικής Αγωγής του αθλήµατος. Σηµαντική επιτυχία για το ελληνικό τζούντο θεωρείται και η εκλογή σε θέση λέκτορα το 2006 του Κ.Φ.Α Ζαγγελίδη Γεωργίου µετά από µια διαδροµή σαν αποσπασµένου Κ.Φ.Α. στα Τ.Ε.Φ.Α.Α., όπου και δίξαξε το µάθηµα επιλογής για περισότερο από 15 χρόνια. Οι δύο παραπάνω µαζί και µε τον Κ.Φ.Α. Βοζίκη Γεώργιο αποτελούν και τους πρώτους χρονικά καθηγητές Φ.Α. µε ειδικότητα το τζούντο στην Ελλάδα στις άρχες της δεκαετίας του 1980.

Κατά τον Jigoro Kano, ιδρυτή του Kodokan Judo: Το Judo είναι ο τρόπος της πιο αποτελεσµατικής χρήσης της σωµατικής και της πνευµατικής δύναµης. Η εκπαίδευση σε επιθέσεις και σε άµυνα εξευγενίζει το σώµα και την ψυχή και βοηθάει στο να κάνει κανείς κτήµα του την αληθινή φύση του Judo. Με αυτό τον τρόπο γίνεται κανείς ικανός να τελειοποιήσει το χαρακτήρα του και να συνεισφέρει κάτι το αξιόλογο στην Κοινωνία. Αυτός είναι και ο τελικός σκοπός του Judo.

Η φράση που χρησιµοποιήθηκε για να επεξηγήσει την νέα αρχή του τζούντο «η µέγιστη αποτελεσµατική χρήση πνευµατικής και φυσικής δύναµης» αποδίδεται µε τη φράση “Seiryoku Zenyou”. Η πνευµατική και φυσική δύναµη µε τη λέξη “Seiryoku”, ενώ η µέγιστη αποτελεσµατική χρήση µε τη λέξη “Zenyou”, το οποίο µπορεί να µεταφραστεί και σαν καλή χρήση. Αυτό διότι η αποτελεσµατική χρήση πρέπει να είναι και στόχος και αποτέλεσµα µαζί.

Στο µυαλό του, το τζούντο και η αγωγή ήταν ένα και το ίδιο πράγµα. Και αυτό επειδή και τα δύο µπορούν να χρησιµοποιηθούν για την ανάπτυξη των ανθρώπων. Θεωρούσε ότι οι στόχοι του τζούντου πρέπει να περιστρέφονται γύρω από τρεις πτυχές: φυσική αγωγή, αγώνες και ηθική. Με άλλα λόγια, µε πρακτική εξάσκηση στο τζούντο, κάποιος ολοκληρώνει την ανάπτυξή του εκπαιδεύοντας σώµα και µυαλό και καθίσταται πρόσωπο που συµβάλλει στην κοινωνία και τον κόσµο.

Επίσης η συµβολή στην κοινωνία και τον κόσµο εξαρτάται από τις αρµονικές σχέσεις του καθενός µε τους άλλους, πράγµα το οποίο συµβάλλει στην ευηµερία αµφότερων. Ο Jigoro Kano συµπεριέλαβε αυτήν την πτυχή της φιλοσοφίας του τζούντο στην έκφραση “Jita Kyouei.” Κατά συνέπεια, οι αρχές του τζούντου για τις οποίες αυτός αγωνίστηκε τόσο καιρό συµπεριλήφθηκαν εντελώς στη φιλοσοφία του “Seiryoku Zenyou — Jita Kyouei.” Το οποίο και έγινε ο υψηλότερος επιδιωκόµενος στόχος όλων των σπουδαστών του τζούντο.

Η µετάφραση της λέξης Judo µας δίνει καθαρά τη µορφή που έχει το άθληµα αυτό: Ju =

ευλυγισία, δεξιοτεχνία – υποχώρηση, Do = δρόµος, τρόπος – µέθοδος. ∆ηλαδή: ∆ΡΟΜΟΣ ΤΗΣ

Αυτές οι φράσεις µας δείχνουν τον βασικό κανόνα του αθλήµατος, τον κανόνα Ju που ο Kano εξηγεί µε τον παρακάτω τρόπο:: «Αν αντισταθώ όταν ένας δυνατότερος άντρας µε σπρώχνει µε όλη του τη δύναµη απλά θα νικηθώ. Αν, αντί να αντισταθώ, οπισθοχωρήσω, τότε αυτός θα χάσει την ισορροπία του και φυσιολογικά θα σκύψει µπροστά, στην κατεύθυνση προς την οποία σπρώχνει. Αν εγώ χρησιµοποιώντας τη δύναµη της ώθησής του και καθώς χάνει την ισορροπία του εφαρµόσω µια τεχνική είναι αρκετά πιθανό να τον ανατρέψω. Να ένα παράδειγµα,

πολύ απλό, για το πώς ένας αγωνιζόµενος µπορεί να νικήσει υποχωρώντας στη δύναµη του αντιπάλου του. Σε αυτό έγκειται και η αρχή της ευγένειας».

Αν υποτεθεί ότι η δύναµη του ανθρώπου µετριέται σε µονάδες από 1 µέχρι 10 και η δύναµη ενός πιθανού αντιπάλου είναι 10 µονάδες, ενώ η δική µου δύναµη είναι µόνον 6 µονάδες, λογικά προκύπτει ότι σε άµεση σύγκρουση των δυνάµεων αυτών, ο αντίπαλός µου είναι ισχυρότερος κατά 4 µονάδες. Συνεπώς θα νικήσει, ενώ εγώ θα χάσω τον αγώνα. Όµως αν αντί να αντισταθώ, υποχωρήσω στη δύναµη του αντιπάλου την κατάλληλη στιγµή διατηρώντας την ισορροπία µου, θα βρεθούµε σε τέτοια κατάσταση, όπου ο αντίπαλός µου χάνει την ισορροπία του και γέρνει προς τα εµπρός. Τη στιγµή αυτή και σε αυτή τη θέση ο αντίπαλος µειονεκτεί καθαρά σε σχέση µε µένα και αυτό όχι λόγω των δυνάµεών µας, αλλά λόγω της άσχηµης θέσης του σώµατός του. ∆ηλαδή η θέση του είναι αυτή που εµποδίζει τον αντίπαλο στο να χρησιµοποιήσει όλες του τις δυνατότητες (10 µονάδες δύναµης). Σε τέτοια κατάσταση δεν µπορεί να χρησιµοποιήσει παρά µόνο το 30% των δυνάµεών του. Το υπόλοιπο 70% σπαταλάτε για σκοπούς διατήρησης ισορροπίας.

Εποµένως, ο αντίπαλος τη στιγµή αυτή έχει δύναµη 3 µονάδων µόνο, από τις αρχικές 10 που είχε, καθώς και κλονισµένη ισορροπία. Εγώ δε, διατηρώ τις αρχικές 6 µονάδες της δύναµής µου και την ισορροπία µου. Τη στιγµή αυτή µπορώ να νικήσω τον αντίπαλό µου, αφού φαίνεται από τα παραπάνω καθαρά ότι υπερτερώ κατά 3 µονάδες σε δύναµη και έχω σταθερή βάση και διατηρηµένη ισορροπία µου.

Φυσικά αυτό δεν σηµαίνει ότι όλος ο αγώνας βασίζεται µόνο στην υποχώρηση. Μπορούν να γίνουν απ’ ευθείας επιθέσεις και αντεπιθέσεις, ή και διάφοροι συνδυασµοί, καθώς επίσης είδη µοχλών, στραγγαλισµών και ακινητοποιήσεων.

Στον υπόλοιπο αγώνα ισχύει ο άλλος κανόνας του Judo, της ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, δηλαδή ο καλύτερος δυνατός τρόπος χρησιµοποίησης της ενέργειας, ο οποίος βασίζεται στις κατάλληλες τεχνικές, λαβές και ρίψεις, οι οποίες πρέπει να γίνονται ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΣΤΙΓΜΗ – TIMING.

Το σύγχρονο Judo είναι πάλη µε στενούς περιορισµούς, πάντα στα πλαίσια του αθλήµατος, και αποσκοπεί στην καλλιέργεια της φυσικής αγωγής, στην ανάπτυξη του σώµατος και στη µέγιστη αποτελεσµατικότητα στον αγώνα. Το Judo σαν πολεµική και αµυντική µορφή έχει περάσει σε δεύτερη µοίρα. Η άσκηση στο άθληµα αυτό, κάτω από την επίβλεψη ενός έµπειρου προπονητή-δασκάλου, δεν προσφέρει µόνο αρµονική ανάπτυξη του σώµατος και αποτέλεσµα στη δράση, αλλά καλλιεργεί και το πνευµατικό επίπεδο του ασκούµενου. Με το Judo ανακαλύπτει κανείς δυνατότητες άγνωστες σ’ αυτόν, ο δε παιδαγωγικός του ρόλος είναι αναµφισβήτητος. Προπονητικά απαιτεί ταχύτητα, ευλυγισία, αντοχή, ενώ αναπτύσσει στον αθλητή και αρετές όπως θάρρος, επιµονή, εγκράτεια, παρατηρητικότητα και αυτοσυγκέντρωση.

Στην αθλητική εκπαίδευση των νέων θα πρέπει να καλλιεργείται όλο εκείνο το ευγενικό πνεύµα που προέρχεται από την γενέτειρα χώρα του Judo, την Ιαπωνία. Εκτός λοιπόν από τη σωστή και ασφαλή µετάδοση των τεχνικών θα πρέπει να λαµβάνεται µέριµνα ώστε να αναπτυχθεί στους αθλητές το ευγενικό αθλητικό πνεύµα και ο ΣΕΒΑΣΜΟΣ προς τον αντίπαλο.

Μπορεί ο αδύναµος να νικήσει τον γίγαντα ή µπορεί ο Judoka να νικήσει έναν πυγµάχο ή έναν παλαιστή; Aυτό εξαρτάται αποκλειστικά από τις ατοµικές ικανότητες και των δύο αντιπάλων. Υπάρχουν πολλοί καλοί Judoka, πυγµάχοι και παλαιστές. Όλοι λοιπόν έχουν τη δυνατότητα να νικήσουν στον αγώνα, στηριζόµενοι στις δικές τους ικανότητες και στην τεχνική τους κατάρτιση. Ο αντίπαλος που θα καταφέρει πρώτος να χρησιµοποιήσει τη δική του τεχνική αποτελεσµατικά, θα είναι αναµφισβήτητα και ο νικητής. Τέλος, οι αγώνες Judo είναι ο καλύτερος έλεγχος των σωµατικών και ψυχικών ικανοτήτων του Judoka.

Όπως οποιοδήποτε άλλο άθληµα, και το Judo χαρακτηρίζεται από το δικό του περιεχόµενο, τεχνική, µορφές προετοιµασίας κ.λπ.. Ένα από τα χαρακτηριστικά του είναι το γεγονός ότι οι τεχνικές τους είναι δηµιουργηµένες και προσαρµοσµένες στις δυνατότητες που προσφέρει η εξάσκηση µε ειδικά ρούχα (κιµονό). Οι τεχνικές του Judo έχουν την πηγή τους σε µεγάλο αριθµό άλλων µορφών πάλης, από τις οποίες, µετά από σωστή επιλογή και επεξεργασία, απέκτησε το Judo τη σηµερινή του αγωνιστική µορφή. Κύριο χαρακτηριστικό του Judo είναι ο δυναµισµός του.

Είναι ένα άθληµα µοντέρνο, δυναµικό, θεαµατικό, το οποίο αφήνει ελεύθερη τη φαντασία και τη σκέψη του αθλητή να συνδυάζει και να δηµιουργεί (συνδυασµός τεχνικών κ.λπ.). Με την φυσική, τεχνική, τακτική προετοιµασία, γενική και ειδική αγωγή των ψυχικών αρετών και τη θέληση, το Judo συµβάλλει στην αρµονική ανάπτυξη του µυοσκελετικού συστήµατος και την οµαλή λειτουργία των βασικών οργάνων, διευκολύνει τον έλεγχο και το συγχρονισµό των κινήσεων του σώµατος και αναπτύσσει σε µεγάλο βαθµό τις βασικές κινητικές ικανότητες.

Το περιεχόµενο του Judo χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη 130 και πλέον τεχνικών στο

Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό του Judo αποτελεί η ανάπτυξη της ακρίβειας των κινήσεων, της ευλυγισίας, της ευστροφίας και της επιδεξιότητας.

Όσον αφορά την ψυχική πλευρά των αθλητών του Judo, χρειάζεται µια επιλογή ατόµων θαρραλέων και τολµηρών µε ένα πολύ καλό νευροκινητικό συγχρονισµό, πράγµα το οποίο προϋποθέτει τελειοποίηση αυτών των ικανοτήτων, έτσι ώστε να αναπτυχθεί η δραστηριότητα του κεντρικού νευρικού συστήµατος σε υψηλό επίπεδο.

Τα ψυχο-φυσικά προσόντα ενός αθλητή του Judo (Judoka) είναι: Η ταχύτητα και η ευλυγισία στην κίνηση, η αντοχή σε σχέση µε τη δύναµη και τον αυτοέλεγχο, το κουράγιο και η τόλµη στον αγώνα.

Στους µεγάλους αγώνες η προσπάθεια ενός αθλητή του Judo εκδηλώνεται µε µια υποµέγιστη ένταση, συναντώντας όµως και επαναλήψεις κάποιων προσπαθειών µε ένταση µέγιστη 3-4 φορές στα 5 λεπτά, 5-11 φορές στους µεγάλους αθλητές.

Το Judo σαν άθληµα διεξάγεται ατοµικά και οµαδικά. Στους ατοµικούς αγώνες η νίκη επιτυγχάνεται από τον αθλητή µε βάση το σύνολο των νικών, ενώ στους οµαδικούς αγώνες η νίκη επιτυγχάνεται µε το σύνολο των αγώνων που έχουν κερδηθεί και από τους επτά αθλητές της οµάδας.

Οι αγώνες του Judo οργανώνονται µε βάση το σωµατικό βάρος και χωρίζονται σε επτά κατηγορίες. Οι αγώνες γίνονται υπό την επίβλεψη τριών διαιτητών επάνω σε ειδικά στρώµατα τα οποία λέγονται Tatami και η διάρκεια των αγώνων είναι για τους άνδρες 5′ και για τις γυναίκες 4′.

Από φυσιολογική άποψη, ο οργανισµός του αθλητή του Judo καταπονείται µε πολλούς τρόπους, τόσο σωµατικά (µυς, αρθρώσεις, νευρικό σύστηµα), όσο και λειτουργικά (αναπνοή, κυκλοφορία).

Στο Judo χρησιµοποιούνται σύνθετες τεχνικές, οι οποίες στη βάση τους περιέχουν κάποια κληρονοµικά-γενετήσια αντανακλαστικά όσο και φυσικές κινήσεις. Αυτά είναι προσαρµοσµένα στην πάλη µε κιµονό επάνω στο Tatami. Με την προπόνηση οι τεχνικές αυτές τελειοποιούνται µέχρι τον αυτοµατισµό. Χαρακτηριστικό από φυσιολογικής άποψης είναι το γεγονός ότι στο Judo απαιτούνται όλες οι φυσικές ικανότητες (δύναµη, αντοχή, ταχύτητα, επιδεξιότητα, ευλυγισία), όλες αυτές σε σχέση µε την τεχνική του Judo. Έτσι δηλαδή στην µάχη µεταξύ των δύο αθλητών, η πρώτη φυσική ικανότητα η οποία απαιτείται δεν είναι η δύναµη, αλλά η επιδεξιότητα συνδυασµένη µε µια µεγάλη ταχύτητα αντίδρασης και εκτέλεσης των κινήσεων.

Μία από αυτές τις χαρακτηριστικές ιδιότητες του Judo είναι και ότι σε µια µεγάλη δύναµη δεν πρέπει να απαντά κανείς µε δύναµη, αλλά µε επιδεξιότητα και ευστροφία, ώστε µε µια ξαφνική προσποίηση να ανατρέπεται η ισορροπία του αντιπάλου από τη δική του δύναµη και το βάρος, ώστε αυτά να χρησιµοποιούνται εναντίον του σαν µπούµερανγκ (Jigoro Kano).

Το Judo απαιτεί, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, την πολύπλευρη συµµετοχή ολόκληρου του οργανισµού. Σωµατικά παρατηρείται µια σηµαντική καταπόνηση του νευρικού συστήµατος, η οποία οδηγεί: στην ελάττωση του χρόνου αντίδρασης, στην αύξηση της ταχύτητας εκτέλεσης, στην ανάπτυξη των απαραίτητων κινητικών ικανοτήτων, στη βελτίωση του συγχρονισµού των κινήσεων.

Οι αισθήσεις, οι οποίες προσαρµόζονται στις απαιτήσεις του Judo, κατέχουν ένα ρόλο σηµαντικό τόσο στην πορεία εκπαίδευσης όσο και στους αγώνες. Η αίσθηση της αφής τελειοποιείται και φτάνει να µπορεί να αντιλαµβάνεται ο Judoka τις προθέσεις του αντιπάλου, πράγµα το οποίο οφείλεται στην αντίληψη της οποιασδήποτε µυϊκής σύσπασης σε οποιοδήποτε σηµείο του σώµατός του. Η αυξανόµενη ευαισθησία των πεπειραµένων αθλητών του Judo τους επιτρέπει να ανακαλύπτουν έγκαιρα τις προθέσεις του αντιπάλου, µπορώντας έτσι να πάρουν τα κατάλληλα µέτρα για άµυνα και να περάσουν στην αντεπίθεση. Ένας έµπειρος Judoka µπορεί να παλέψει µε ένα λιγότερο πεπειραµένο, ακόµα και µε δεµένα µάτια, και είναι σε θέση να ξέρει τις προθέσεις του αντιπάλου.

Είναι γνωστό το γεγονός ότι στο Judo η διατήρηση της ατοµικής ισορροπίας και η ανατροπή της ισορροπίας του αντιπάλου αποτελεί τον κυριότερο σκοπό όλων των ενεργειών. Για την επιτυχή εκτέλεση των παραπάνω, ξεχωριστό ρόλο παίζουν οι αισθήσεις της όρασης και της ισορροπίας. Όλα αυτά αφορούν κυρίως το Nage-Waza (ο αγώνας στην όρθια θέση). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και η τεχνική του Ne-Waza (ο αγώνας στο έδαφος).

Ψυχικές αρετές οι οποίες απαιτούνται από τους Judoka για να ισχυροποιήσουν τις σωµατικές λειτουργίες, τις κινητικές και τεχνικοτακτικές δραστηριότητες µε τον πιο αποτελεσµατικό τρόπο είναι:

Ηλικία η οποία ενδείκνυται για να αρχίσει η διαδικασία εκµάθησης των τεχνικών του Judo είναι αυτή των 10-11 ετών, από την ηλικία των 7-8 ετών όµως µπορεί να αρχίσει η καλλιέργεια – ανάπτυξη των βασικών κινητικών ικανοτήτων που απαιτούνται σ’ αυτό (Judo σε παιγνιώδη µορφή).

Το Judo διαµορφώνει την προσωπικότητα. Ο ιδρυτής του το θεωρεί σαν ένα µέσο αγωγής της προσωπικότητας, µέσο καλλιέργειας της αισιοδοξίας, της πειθαρχίας και της ειλικρίνειας. Είναι ένα άθληµα όπου ο συναθλητής έχει πρωταρχικό ρόλο. Μαθαίνουν µαζί, βοηθούν ο ένας τον άλλο στις προπονήσεις, διορθώνουν από κοινού τα λάθη τους, επαινούν και παροτρύνουν ο ένας τον άλλο. Ο προπονητής και ο αθλητής χαιρετιούνται στην αρχή και στο τέλος κάθε προπόνησης. Ο προπονητής αποτελεί και αυτός µε τον τρόπο του ένα σύντροφό του αθλητή. Η απόσταση µεταξύ τους όµως είναι µεγαλύτερη απ’ ότι σε άλλα αθλήµατα. Στο Judo ο προπονητής αποτελεί παράδειγµα για τον αθλητή.

Ο Γιαπωνέζος προπονητής Maxito Ogno αναφέρει κάποια σηµεία σχετικά µε τα στοιχεία που αποτελούν πόλο έλξης προπόνησης στο Judo (Birod M., 1979):

Η εκπαίδευση του Judo είναι συστηµατική και απαιτεί µακροχρόνια εκπαίδευση. Ο αθλητής µυείται σιγά-σιγά στην τεχνική και το πνεύµα του Judo, αποκτώντας τους βαθµούς “KYU” και “DAN”. Σαν άθληµα πάλης απαιτεί πολύχρονη και βαριά προπόνηση (5-6 προπονητικές µονάδες την εβδοµάδα), βασισµένη στις συνεχείς επαναλήψεις των ασκήσεων, στην ανάπτυξη της ταχύτητας και της αποτελεσµατικότητας.

Ολόκληρος ο προγραµµατισµός για την προετοιµασία του αθλητή αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο και οι παράγοντες απ’ τους οποίους εξαρτάται είναι πάρα πολλοί (προπονητική ηλικία, περίοδος που βρίσκεται ο αθλητής κ.λπ.). Μια προπονητική οµάδα στο Judo θα µπορούσε να έχει την παρακάτω µορφή:

την προετοιµασία όλου του µυϊκού συστήµατος των αθλητών και ακόµα µερικά “εµβόλιµα”

στοιχεία τεχνικής, που θα µπουν αργότερα πιο αναλυτικά στην κύρια προπόνηση.

β) µία (1) ώρα διάφορα τεχνικά στοιχεία µε πολλές επαναλήψεις.

Τέλος, γίνονται ΟΠΩΣ∆ΗΠΟΤΕ πολλές επαναλήψεις των διαφόρων τεχνικών (Uchi- Komi) µε διαφορετικές εντάσεις.

Σηµείωση: Οι συµπληρωµατικές ασκήσεις δύναµης ή και ασκήσεις µε βάρη ή άλλα όργανα για πρόσθετη επιβάρυνση του αθλητή, σαν συµπλήρωµα της τεχνικής προπόνησης είναι αναµφισβήτητα εδώ και χρόνια απαραίτητο στοιχείο. Είναι σφάλµα να διατυπώνονται λανθασµένα κανόνες του τύπου: “Στο Judo η δύναµη είναι ασήµαντη”.

Ο K. Kobayashi είπε: Στο Judo δεν υπάρχουν µυστικά. Τα αποτελέσµατα εξαρτώνται από την ικανότητα και επιµονή του κάθε αθλητή, καθώς και από τον δάσκαλο-προπονητή.

Στις περισσότερες από τις χώρες όπου καλλιεργείται το Judo δεν χρησιµοποιούνται γι’ αυτό ειδικές αίθουσες. Η ενασχόληση όµως µε το άθληµα αυτό απαιτεί γνώσεις σχετικά µε τη συµπεριφορά, µε την τοπογραφία ενός Dojo (αίθουσα προπόνησης) και µε την αυστηρότητα του γιαπωνέζικου χαιρετισµού στο Tatami, διότι οι σχετικές µε τα παραπάνω γνώσεις θεωρούνται απολύτως απαραίτητες στην όλη εξέλιξη ενός Judoka.

Ένα σύνηθες Dojo περιλαµβάνει ένα χώρο επισήµων (Kamiza), ο οποίος βρίσκεται στον τοίχο απέναντι από την είσοδο, χώρος που εύκολα αναγνωρίζεται από την αναρτηµένη σ’ αυτόν φωτογραφία του Jigoro Kano. Στην Ιαπωνία στον τοίχο αυτό πολλές φορές τοποθετούνται και άλλα σύµβολα (Gaku) σχετικά µε τις αρχές και τη φιλοσοφία του Judo. Οι θέσεις που αντιστοιχούν στον χώρο αυτό προορίζονται µόνο για τους εκπαιδευτές-προπονητές και τα τιµώµενα πρόσωπα (µεταξύ των οποίων και Judoka που κατέχουν επτά Dan και πάνω).

Στον απέναντι τοίχο βρίσκεται ο χώρος Shimoza. Από την πόρτα που βρίσκεται στον τοίχο αυτό, µπαίνουν στον χώρο προπόνησης συνήθως οι αθλητές και οι εκπαιδευτές µικρότερης κατηγορίας. Ο χώρος Shimoza αποτελεί το µέρος συγκέντρωσης όλων των Judoka για την έναρξη και το τέλος του µαθήµατος και για διάφορες τελετές, όπως

απονοµές βαθµών, Kata, κ.λπ.. Από το χώρο του Kamiza αριστερά βρίσκεται το Joseki (πάνω πλευρά της αίθουσας) και στα δεξιά το Shimoseki (η κάτω πλευρά της αίθουσας).

Στους τοίχους του Dojo αναρτώνται συνήθως ταµπελίτσες µε τα ονόµατα αυτών που προπονούνται κατά σειρά αρχαιότητας. Με τον τρόπο αυτό ο προπονητής είναι ενηµερωµένος για τις συµµετοχές στην προπόνηση. Το πάτωµα της αίθουσας καλύπτεται από το Tatami, στρώµα ειδικό για Judo, το οποίο τώρα πια κατασκευάζεται µε σύγχρονο τρόπο και υλικά. Βασικό για το Tatami είναι η επιφάνειά του να είναι τέλεια επίπεδη µε το σωστό πάχος, ώστε να αποφεύγονται τα ατυχήµατα. Το παραδοσιακό Tatami έχει διαστάσεις 1×2 m. Στο Dojo υπάρχει πάντοτε διάδροµος πρόσβασης στο στρώµα για τους αθλητές, οι οποίοι βαδίζουν ξυπόλητοι, έτσι ώστε να διατηρούνται οι κανόνες υγιεινής.

Για την εξάσκηση στο Judo απαιτείται µια στολή η οποία ονοµάζεται Judoki και µοιάζει µε το κιµονό που φορούσαν οι παλιοί Σαµουράι. Η στολή πρέπει να είναι λευκή, βαµβακερή και ανθεκτική.

Αποτελείται από το κιµονό (πάνω µέρος), το παντελόνι και τη ζώνη (ο χρωµατισµός της ζώνης υποδηλώνει το βαθµό προόδου του αθλητή).  Η στολή του Judoka αποτελείται από το Uwagi (το πάνω µέρος), το Zubon (το παντελόνι) και την Obi (ζώνη), η οποία σταθεροποιεί το Kimono (Uwagi), αλλά και υποδεικνύει το βαθµό προόδου του αθλητή (Kyu και Dan).

Παιδιά µαθητές Judo από 13-16 χρονών (χωρίς πνιγµούς και εξαρθρωτικές τεχνικές).

Έφηβοι µαθητές Judo 17+ χρόνων (χωρίς πνιγµούς και εξαρθρωτικές τεχνικές πριν το Sankyu = πράσινη ζώνη).

∆ιαβαθµισµένοι µαθητές τζούντο (µαύρες ζώνες). Ο βαθµός ο κατώτερος της µαύρης ζώνης.

Ο Judoka, ο οποίος κατέχει κάποιο βαθµό (Kyu) στο Judo λέγεται Mudansha.

Ο Judoka που γίνεται κάτοχος της µαύρης ζώνης λέγεται Yudasha.

την αρχή τη γονατιστή στάση (Seiza). Η τοποθέτηση σε αυτή τη στάση γίνεται ως εξής:

α. Από την όρθια θέση εκτελείται πέρασµα σε ηµιγονατιστή θέση µε στήριξη στο αριστερό πόδι. Η πλάτη είναι όρθια, οι ώµοι ακίνητοι και το βλέµµα ευθεία µπροστά.

β. Στη συνέχεια τοποθετείται και το άλλο πόδι σε γονάτιση, ενώ το κορµί παραµένει τέλεια ευθυγραµµισµένο.

γ. Η λεκάνη χαµηλώνει και η έδρα κάθεται στις φτέρνες. Το µεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού στηρίζεται στο αριστερό πέλµα, ενώ τα χέρια στηρίζονται στους µηρούς και το σώµα παραµένει ακίνητο. Η απόσταση µεταξύ των γονάτων είναι περίπου ίση µε το µήκος που έχουν δύο γροθιές (10 cm). Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης η πλάτη είναι ευθεία και τα µάτια κοιτάζουν µπροστά.

Η υπόκλιση στο Judo εκφράζει τον σεβασµό στον προπονητή-δάσκαλο, στον συναθλητή

κατά την προπόνηση, στον αντίπαλο κατά τη διάρκεια του αγώνα. Η υπόκλιση γίνεται πριν και µετά από ασκήσεις, πριν και µετά από οποιασδήποτε µορφής αγώνα, πριν την είσοδο στο χώρο της προπόνησης (Tatami) και πριν την αποχώρηση απ’ αυτόν.

Η πιο συχνή υπόκλιση είναι αυτή από όρθια θέση (Ritsurei): Το σώµα κλίνει προς τα εµπρός 30 περίπου, οι φτέρνες είναι ενωµένες, τα χέρια σέρνονται σιγά-σιγά πάνω στους µηρούς.

Υπάρχει όµως και η υπόκλιση από τη γονατιστή θέση (Zarei). Ο χαιρετισµός από τη γονατιστή στάση είναι περισσότερο εθιµοτυπικός και εκτελείται στην αρχή και στο τέλος της προπόνησης ή όταν εκτελούνται Kata. Με εξαίρεση την Ιαπωνία, όπου η εθιµοτυπία είναι πολύ

αυστηρή, ο χαιρετισµός αυτός πολλές φορές παραµελείται καθώς και η στάση Seiza που συχνά αντικαθίσταται από τη στάση “οκλαδόν” – Anza κυρίως όταν παρακολουθούνται υποδείξεις του προπονητή.

Στην εκτέλεση Zarei ο Judoka αρχικά εκτελεί Seiza, στη συνέχεια τοποθετεί τις παλάµες

του στο στρώµα µε τα δάχτυλα ελαφρά προσανατολισµένα στο εσωτερικό σε απόσταση 10 cm περίπου από τα γόνατα και µετά κλίνει το πάνω µέρος του σώµατός του προς τα δάχτυλα των χεριών του. Στη θέση αυτή παραµένει µερικά δευτερόλεπτα

                                και ύστερα επανέρχεται στην όρθια θέση εκτελώντας

Οι Judoka εισέρχονται στο Dojo από την πλευρά Shimoza και πριν περάσουν στον κυρίως χώρο της αίθουσας εκτελούν συνήθως Ritsurel προς την πλευρά Kamiza. Οι προπονητές, οι εκπαιδευτές και οι καθηγητές µπαίνουν από την πλευρά Kamiza και εκτελούν τον ίδιο χαιρετισµό. Στο τέλος της δραστηριότητας, πριν την έξοδο από το Dojo όλοι στρέφονται προς την Kamiza και εκτελούν Ritsurei η Zarei.

Κάθε προπόνηση αρχίζει µε τους Judoka στη θέση Seiza κατά µήκος της Shimoza. Ο παλαιότερος µαθητής είναι πρώτος προς την πλευρά της Joseki, ενώ οι υπόλοιποι τοποθετούνται στη σειρά προς τη Shimoseki σύµφωνα µε την παλαιότητά τους στο άθληµα.

Οι εκπαιδευτές και καθηγητές τοποθετούνται απέναντί τους θέτοντας τον εκπαιδευτή µε τον µεγαλύτερο βαθµό στα δεξιά (βλέποντας προς την Kamiza) και σε Seiza.

Ο παλαιότερος µαθητής δίνει το παράγγελµα, Kamiza-Ni, παράγγελµα προετοιµασίας για τους εκπαιδευτές, ώστε να γυρίσουν προς την Kamiza. Αµέσως µετά ο ίδιος µαθητής λέει τη λέξη Rei, µε το άκουσµα της οποίας όλοι χαιρετούν προς την Kamiza. Ο χαιρετισµός αυτός είναι ένδειξη σεβασµού για τη σχολή του Judo, για τους πρωτοπόρους του αθλήµατος, τους καθηγητές και την εκπαίδευση.

Στη συνέχεια, οι εκπαιδευτές γυρίζουν πάλι πρόσωπο στους µαθητές και ο παλαιότερος µαθητής δίνει το προπαρασκευαστικό παράγγελµα Sensei-Ni, το οποίο ακολουθεί τη λέξη Rei που αποτελεί τον αµοιβαίο χαιρετισµό µεταξύ µαθητών και εκπαιδευτών. Όλοι οι παραπάνω χαιρετισµοί εκτελούνται από τη στάση Zarei.

Στο τέλος της προπόνησης του Judo η διαδοχή στους χαιρετισµούς είναι αντίθετη. Στην αρχή ανταλλάσσουν µεταξύ τους χαιρετισµούς οι µαθητές και οι εκπαιδευτές και µετά όλοι µαζί χαιρετούν προς την Kamiza από τη στάση Zarei.

Στα πλαίσια διαφόρων εκδηλώσεων, όπως και στην απονοµή των διακρίσεων (Dan), ο χαιρετισµός είναι Zarei. Εάν πρόκειται για µικρής διάρκειας εκδήλωση, τότε είναι Ritsurei. Αυτός ο τελευταίος χαιρετισµός χρησιµοποιείται επίσης πριν και µετά το Shiai (αγώνας) και στην απονοµή µεταλλίων.

Πριν από τους αγώνες Judo οι αθλητές είναι υποχρεωµένοι να δένουν πάνω από την κανονική τους ζώνη µιαν άλλη ζώνη, άσπρη ο ένας και κόκκινη ο άλλος, για να διακρίνονται στον αγώνα και να είναι ευκολότερη η διαιτησία. Τελευταία άρχισε η χρησιµοποίηση διαφορετικού χρώµατος Kimono από τον ένα αθλητή (µπλε).

Ο αγώνας. Οι δύο αθλητές (τζουντόκα) φορώντας την χαρακτηριστική στολή (τζουντόγκι), ο ένας µπλε και ο άλλος λευκή, αγωνίζονται για πέντε λεπτά. Μέχρι τους Ολυµπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ οι τζουντόκα φορούσαν µόνο λευκές στολές. Στο Σίδνεϊ καθιερώθηκε και το µπλε τζουντόγκι για την ευκολότερη διάκριση των αθλητών.

Ο αγώνας διευθύνεται από έναν κεντρικό διαιτητή και δύο κριτές µε ισότιµη γνώµη. Οι αποφάσεις λαµβάνονται µε τον κανόνα της πλειοψηφίας και το αποτέλεσµα ανακοινώνεται από το διαιτητή µε χαρακτηριστική κίνηση του χεριού και αναφώνηση του βαθµού ή της ποινής. Ένας αθλητής αναδεικνύεται νικητής άµεσα όταν πάρει ippon (ένας βαθµός = 10 πόντοι) πραγµατοποιώντας µία επιτυχηµένη τεχνική µε την οποία ρίχνει τον αντίπαλό του στο έδαφος κάτι που σηµαίνει ότι τελειώνει ο αγώνας.

Υπάρχουν τεχνικές, οι οποίες αξιολογούνται µε µικρότερης αξίας βαθµούς όπως waza-ari (7 πόντοι), yuko (5 πόντοι) και koka (3 πόντοι). Υπάρχουν και αντίστοιχης αξίας ποινές που µπορούν να δοθούν σε ένα αθλητή για µικρές παραβάσεις, shido (=koka), 2 shido (=yuko), 3 shido (=waza-ari) και 4 shido (=ippon). Υπάρχει επίσης και ποινή για µεγάλες παραβάσεις, hansoku make (=ippon), που όπως και στην περίπτωση των τεσσάρων shido, αποφέρει την άµεση ήττα του αθλητή.

∆ύο waza-ari προστίθενται για να γίνουν ippon. Το ίδιο ισχύει και όταν ένας αθλητής έχει ήδη πάρει waza-ari και ο αντίπαλός του στη συνέχεια δέχεται τρίτο shido. Το yuko και το koka δεν προστίθενται.

Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί ippon, νικητής αναδεικνύεται ο αθλητής που έχει τον µεγαλύτερης αξίας βαθµό, µετά το πέρας των πέντε λεπτών. Ο βαθµός ippon δίνεται όταν ο αθλητής εφαρµόζοντας µία τεχνική ρίψεων, ρίξει τον αντίπαλό του µε την πλάτη µε πολλή δύναµη, ταχύτητα και έλεγχο. Επίσης, ο βαθµός ippon δίνεται όταν ο αθλητής, εφαρµόζοντας µία τεχνική ακινητοποίησης, κρατήσει τον αντίπαλό του στο έδαφος για 25 δευτερόλεπτα. Ο διαιτητής ανακοινώνει την αρχή και το τέλος της ακινητοποίησης ‘osaekomi’.

Tέλος, ο βαθµός ippon δίνεται όταν ο αθλητής, εφαρµόζοντας τεχνική πνιγµού ή τεχνική εξάρθρωσης, αναγκάσει τον αντίπαλό του να εγκαταλείψει τον αγώνα χτυπώντας ελαφρά δύο ή περισσότερες φορές µε το χέρι ή το πόδι του ή λέγοντας ‘maitta’ (‘εγκαταλείπω’).

Το Waza-ari δίνεται όταν ο διαιτητής και οι κριτές θεωρήσουν ότι λείπει ένα από τα στοιχεία του ippon από µια ρίψη. Για παράδειγµα εάν ο αντίπαλος δεν πέσει µε την πλάτη ή όταν θεωρήσουν ότι ο αθλητής δεν βάλει αρκετή δύναµη. Το Waza-ari δίνεται επίσης όταν ο αντίπαλος ξεφύγει από την ακινητοποίηση σε χρόνο ίσο µε 20’’ και έως 24’’.

Το Yuko δίνεται όταν λείπουν δύο από τα απαιτούµενα στοιχεία στη ρίψη. Αυτό θα µπορούσε να συµβεί όταν π.χ. ο αντίπαλος έχει πέσει πλάγια και χωρίς ταχύτητα. Το Υuko δίνεται επίσης όταν ο αντίπαλος ξεφύγει από την ακινητοποίηση σε χρόνο ίσο µε 15’’ και έως 19’’.

Το Κοkα δίνεται όταν ο αντίπαλος πέσει µε τον ώµο, µε το µηρό ή µε τους γλουτούς. Το Koka δίνεται επίσης όταν ο αντίπαλος ξεφύγει από την ακινητοποίηση σε χρόνο ίσο µε 10’’ και έως 14’’.

Κατηγορίες κιλών. Στο Τζούντο υπάρχουν 7 κατηγορίες κιλών για τους άνδρες και 7

για τις γυναίκες Υπάρχει επίσης η Όπεν κατηγορία η οποία δεν συµπεριλαµβάνεται στο πρόγραµµα των Ολυµπιακών Αγώνων.

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ : 14Χ14 µέτρα συνολικά καλυµµένος µε στρώµατα(tatami),9m κίτρινο χρώµα + 1m κόκκινο χρώµα = καθαρά αγωνιστικός χώρος 3m µπλε χρώµα =ζώνηασφαλείας

∆ΙΑΡΚΕΙΑ ΑΓΩΝΟΣ : Άνδρες = 5 πέντε λεπτά πραγµατικός χρόνος. Γυναίκες= 4 λεπτά πραγµατικός χρόνος

ΣΤΟΛΗ : Στολή του judo (judoki) χρώµατος άσπρου και µπλε ώστε να ξεχωρίζουν οι αντίπαλοι

ΕΠΙΣΗΜΟΙ: α) χρονοµέτρες (2 =έναρξη και τέλος του αγώνα,1= χρόνος ακινητοποίησης), υπεύθυνοι πινάκων (καταγραφή σκορ), σηµειωτές

ΕΠΙΣΗΜΟΙ: β) 1=διαιτητής στο κέντρο 2=κριτές βοηθοί καθισµένοι εκ διαµέτρου αντίθετα στο εξωτερικό του αγωνιστικού χώρου

HAJIME =έναρξη του αγώνα MATTE=διακοπή του αγώνα (περιµένετε) OSAEKOMI=έναρξη της ακινητοποίησης SOREMATTE=Τέλος του αγώνα

*Στη διεξαγωγή του αγώνα και στην ανακοίνωση των αποτελεσµάτων χρησιµοποιείται γιαπωνέζικη ορολογία

IPPON. Ο διαιτητής πρέπει να φωνάξει ΙΡΡΟΝ όταν κρίνει ότι µια τεχνική, ανταποκρίνεται στα παρακάτω κριτήρια:

(α) όταν ένας αγωνιζόµενος, µε πλήρη έλεγχο, ρίχνει τον αντίπαλο του µε την πλάτη, µε

(β) όταν ένας αγωνιζόµενος κρατάει τον αντίπαλο του σε OSAEKOMI για εικοσιπέντε

(γ ) όταν ένας αγωνιζόµενος εγκαταλείψει , χτυπώντας τουλάχιστον δύο φορές µε το χέρι ή µε το πόδι, ή πει “ΜΑΙΤΑ” (εγκαταλείπω) , συνήθως µετά από µία τεχνική ακινητοποίησης, ενός SHIME-WAZA (στραγγαλισµός) ή µίας KANSETSU-WAZA (στρέβλωσης βραχίονα) .

(δ) όταν το αποτέλεσµα ενός στραγγαλισµού ή µίας στρέβλωσης βραχίονα είναι αρκετά εµφανές .

ΙΣΟ∆ΥΝΑΜΙΑ : αν ένας αγωνιζόµενος τιµωρηθεί µε HANSOKU-MAKE, ο αντίπαλός του ανακηρύσσεται αυτοµάτως νικητής. Στην περίπτωση που οι δύο αγωνιζόµενοι πάρουν ταυτόχρονα ΙΡΡΟΝ, ο διαιτητής πρέπει να φωνάξει HIKI-WAKE (ισοπαλία) και να ξαναρχίσει τον αγώνα σύµφωνα µε το δικαίωµα που έχουν οι αγωνιζόµενοι

Αν µόνο ένας αγωνιζόµενος επιθυµεί να συνεχίσει, ανακηρύσσεται, νικητής µε ΙΡΡΟΝ.

WAZA–ARI AWASETE ΙΡΡΟΝ.. Αν ένας αγωνιζόµενος πάρει ένα δεύτερο WAZA- ARI στο ίδιο αγώνα ο διαιτητής πρέπει να φωνάξει WAZA-ARI AWASETE ΙΡΡΟΝ (δύο WAZA–ARI, κάνουν ένα ΙΡΡΟΝ)

Ο διαιτητής; φωνάζει SΟGΟ-GΑCΗΙ στις παρακάτω περιπτώσεις :

(α):αν ένας αγωνιζόµενος πάρει WAZA-ARI και ο αντίπαλος του χρεωθεί µε ποινή αντίστοιχη αυτού (τρία shido).

(β) αν ένας αγωνιζόµενος ο αντίπαλος χρεώθηκε µε ποινή(τρία shido) πάρει κατόπιν ένα

WAZA~ARI     Ο     διαιτητής,   φωνάζει.     WAZA-ARI,    όταν                                  κρίνει.                ότι.            µια τεχνική:ανταποκρίνεται. στα παρακάτω κριτήρια:

(α) όταν ένας αγωνιζόµενος µε ελεγχόµενη κίνηση ρίξει τον αντίπαλο του µε µια τεχνική στην οποία λείπει µία από τις τέσσερις αναγκαίες “προϋποθέσεις για ΙΡΡΟΝ

(β) όταν ένας, αγωνιζόµενος, κρατάει. τον αντίπαλο του σε OSAEKOMI για είκοσι (20)

συνεχόµενά δευτερόλεπτα ή περισσότερα αλλά λιγότερο από είκοσι πέντε δευτερόλεπτα:

ΙΣΟ∆ΥΝΑΜΙΑ : αν ένας αγωνιζόµενος χρεωθεί µε τρία SHIDO, ο αντίπαλος του κερδίζει. αυτοµάτως, ένα WAZA-ARI.

Ο διαιτητής φωνάζει YUKO όταν κρίνει ότι µία τεχνική ανταποκρίνεται στα παρακάτω κριτήρια:.(α) όταν ένας; Αγωνιζόµενος µε ελεγχόµενη κίνηση, ρίχνει τον αντίπαλο του µε µια τεχνική από την οποία λείπουν, δυο από τις τέσσερις απαραίτητες προϋποθέσεις για να δώσει ΙΡΡΟΝ: Παραδείγµατα:

(β) όταν ένας αγωνιζόµενος κρατάει τον αντίπαλό του σε OSAEKOMI για δεκαπέντε

ΙΣΟ∆ΥΝΑΜΙΑ: αν ένας αγωνιζόµενος χρεωθεί µε 2 (δύο) SHIDO, ο αντίπαλός του παίρνει αυτοµάτως YUKO.

KOKA. Ο διαιτητής φωνάζει ΚΟΚΑ, όταν κρίνει oτι µια τεχνική ανταποκρίνεται στα παρακάτω κριτήρια:

(α) όταν ένας αγωνιζόµενος, µε ελεγχόµενη κίνηση, ρίξει    τον αντίπαλo του στους µηρούς ή στα oπίσθια µε δύναµη και ταχύτητα.

(β) όταν ένας αγωνιζόµενος κρατάει τον αντίπαλό του σε OSAE-KOMI για δέκα (10)

συνεχόµενα δευτερόλεπτα ή περισσότερo αλλά λιγότερo από δεκαπέντε (15) δευτερόλεπτα.

ΙΣΟ∆ΥΝΑΜΙΑ: αν ένας αγωνιζόµενος χρεωθεί µε SHIDO, ο αντίπαλό του παίρνει αυτοµάτως µια ΚΟΚΑ.

HANSOKU MAKE δίνεται σε όποιον αγωνιζόµενο διαπράξει ένα πάρα πολύ σοβαρό παράπτωµα (ή που επαναλαµβάνει µία παράβαση οποιασδήποτε φύσης αφού έχουν προηγηθεί τρία SHIDO

Waza- Ari, ακινητοποίηση για 25 sec, παράδοση µετά από πνιγµό ή τεχνική εξάρθρωσης, ή µετά από hansokumake του αντιπάλου (άµεση

O-HAYOU GOZAI MASU                                  Καληµέρα

KONNICHIWA                                                   Καλησπέρα

KONBAN WA                                                    Καλό βράδυ

DOMO ARIGATOU                                            Ευχαριστώ

DOMO ARIGATOU GOZAI MASHITA              Σας ευχαριστούµε πάρα πολύ

DOU ITASHI MASHITE                                     Απάντηση:

ONEGAI SHIMASU                                            Σας καλοσωρίζω να προπονηθούµε µαζί

HONTOUNI SUMI MASEN                                Λυπάµαι πολύ

HAI                                                                    Ναι

HAI, WAKARIMASU                                         Ναι καταλαβαίνω.

LIE                                                                     Όχι

LIE, WAKARIMASEN                                        Όχι δεν καταλαβαίνω.

KUDASAI                                                          Παρακαλώ

MOSHI MOSHI                                                  Γειά σου (χαιρετισµός στο τηλέφωνο ή στην είσοδο σε δωµατίο)

NANJI DESU KA?                                              Τι ώρα είναι;

NIHONGO                                                          Ιαπωνική γλώσσα

SAYONARA                                                       Αντίο

Η ιδιοποίηση της τεχνικής του Judo µπορεί να πραγµατοποιηθεί µόνο όταν ο Judoka κατανοήσει και γίνει κύριος του βασικού µηχανισµού πάλης του Judo κάτω από όλα τα πρίσµατα (τόσο φυσικά όσο και πνευµατικά).

Ο Judoka πρέπει να έχει µυαλό ευέλικτο όπως το νερό, να είναι δεκτικός και να προσαρµόζεται σ’ οποιαδήποτε ευνοϊκή γι’ αυτόν κατάσταση που δηµιουργείται από τον αντίπαλο, χωρίς όµως να τον προειδοποιεί γι’ αυτήν. Με τέτοια πνευµατική και φυσική κατάσταση όλες του οι επιθέσεις και ενέργειες προς αποφυγή των επιθέσεων του αντιπάλου καθίστανται δυνατές και βιώσιµες.

∆ιάφοροι ειδικοί του Judo αναφέρονται στις καταστάσεις αυτές ευστροφίας, θεωρώντας ότι σ’ ένα Shiai πρέπει να υπάρχουν Mizu No Kokoro, Zanshin και Tsuki No Kokoro, δηλαδή (Lascu V.G., 1986):

1 Ο αλγόριθµος είναι µια τεχνκή, ένας κανόνας από τον οποίο εξαρτάται η επίλυση ενός συγκεριµένου προβλήµατος. Η αλγορυθµική µέθοδος είναι ένας µεθοθολογικός προσανατολισµός. Προϋποθέτει ένα σύστηµα από ορθολογικές ενότητες, απαραίτητο για να µπορεί να είναι επεξεργάσιµη η µέθοδος στο σύνολο της.

Ξεκάθαρο µυαλό όπως το νερό όταν είναι ήρεµο και χωρίς κύµατα, µέσα στο οποίο αντανακλάται µια εικόνα χωρίς όµως να παραµορφώνεται. Για ένα τέτοιο αποτέλεσµα, η σκέψη πρέπει να µην διαταράσσεται από οποιονδήποτε παράγοντα.

∆εν είναι αρκετό να υπάρχει ξεκάθαρη σκέψη ικανή να αντιλαµβάνεται και την πλέον µικρή ενέργεια ή ακόµη και πρόθεση του αντιπάλου.

Η σκέψη πρέπει να είναι ζωντανή, να διοχετεύει όλη την πνευµατική και φυσική ενέργεια στην κατάσταση που παρουσιάζεται χωρίς καθυστέρηση.

Η σκέψη δεν πρέπει να είναι νυσταλέα, αυτή πρέπει να σκεπάζει τον αντίπαλο χωρίς να δίνει αφορµή ούτε ακόµη και για τη δηµιουργία των παραµικρών αισθήσεων. Με άλλα λόγια, ο Judoka δεν πρέπει να αφήνει να τον κυριαρχεί η αίσθηση µιας επικείµενης νίκης τότε όταν, για παράδειγµα, επιτίθεται στον αντίπαλό του και έχει όλους τους λόγους να πιστεύει στη νίκη.

Η σκέψη (πνευµατική δραστηριότητα) δεν πρέπει να µένει προσκολληµένη σε κάποια στιγµή ούτε να αδρανεί στην παρουσία του αντιπάλου, αλλά να βλέπει µακριά, πιο µακριά από τον αντίπαλο. Εάν αυτή αδρανήσει, τότε δίνεται η ευκαιρία σε αντίπαλο που υπερισχύει στον τοµέα αυτό, να νικήσει.

Το σώµα ενεργεί ωθούµενο από τον αυτοµατισµό που έχει επιτευχθεί στην προπόνηση, αλλά όµως οι κινήσεις εκτελούνται χωρίς να αποδίδεται προσοχή στο πρόσωπο του αντιπάλου χωρίς αυτός να αντικρίζεται στα µάτια. ∆ιότι εάν κάποιος Judoka προσπαθήσει να “διαβάσει” τις προθέσεις του άλλου το ίδιο µπορεί να κάνει και ο άλλος. Το βλέµµα δεν πρέπει να το τραβούν ούτε τα µάτια του αντιπάλου, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο µέρος του σώµατος αυτού, ακόµη και όταν αυτός επιχειρήσει κάτι τέτοιο.

Ο Νους πρέπει να περιβάλλει τον αντίπαλο στο σύνολό του, όπως ακριβώς το φως που διαχέεται από το φεγγάρι και φωτίζει εξίσου ότι µπορούν να φθάσουν οι ακτίνες του. Μεταξύ της πηγής του φωτός και φωτιζόµενου αντικειµένου µπορούν να παρεµβληθούν νέφη. Τα “νέφη” τα οποία µπορούν να παρεµβληθούν µεταξύ ενός Judoka και του αντιπάλου του είναι ο εκνευρισµός, ο φόβος, η οργή, η προσκόλληση της προσοχής σ’ ένα µόνο σηµείο, η υπερβολική ένταση-νεύρα.

Με βάση τα παραπάνω, στον αγώνα το οπτικό πεδίο του Judoka πρέπει να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο ευρύ και το βλέµµα του να µη στέκεται συνέχεια σε κάποιο συγκεκριµένο σηµείο. Με τον τρόπο αυτό και η παραµικρότερη κίνηση του αντιπάλου γίνεται αµέσως αντιληπτή και υπάρχει η δυνατότητα άµεσης ενέργειας από µέρους του.

Στις προπονήσεις ο Judoka διαχωρίζει και χρησιµοποιεί ξεχωριστά το σώµα του από τη σκέψη σπαταλώντας φυσική και πνευµατική ενέργεια. Στους αγώνες απαιτείται όµως η µέγιστη συµµετοχή ταυτόχρονα και των δύο.

Στο Judo, ένα βασικό ρόλο κατέχει και το Hen-O (το αντανακλαστικό). Το αντανακλαστικό είναι εξ’ ορισµού ακούσιο, µια φυσική αντίδραση σε κάποιο δεδοµένο ερέθισµα, µπορεί όµως να είναι και επίκτητο (εξηρτηµένο) διαµορφωµένο µε την άσκηση.

Το “φυσικό” αντανακλαστικό (ακούσιο), π.χ. όταν κάποιος µας απειλεί να µας χτυπήσει µια γροθιά στο πρόσωπο και προφυλάσσουµε ενστικτωδώς το κεφάλι στο πλάι, διαφέρει από το επίκτητο – εξηρτηµένο, παράδειγµα όταν γίνεται κάποια αποφυγή σε µια συγκεκριµένη επίθεση του αντιπάλου. Τα παραπάνω όµως αντανακλαστικά είναι αυθόρµητα και δε συµµετέχει η σκέψη.

Το ερέθισµα είτε είναι απτικό ή οπτικό ή ακουστικό µεταφέρεται µε τα κινητικά νεύρα, τα οποία προκαλούν τη µυϊκή αντίδραση – απάντηση, και η οποία µπορεί να είναι αργή ή γρήγορη.

Στο Judo το αντανακλαστικό έχει την έννοια µιας ελεγχόµενης από το µυαλό κίνησης, η εκτέλεση µιας τεχνικής σαν απάντηση στις τεχνικές που χρησιµοποιεί ο αντίπαλος. Η ενέργεια αυτή είναι εκούσια, τελειοποιηµένη δεξιότητα που εκτελείται µε την κατάλληλη ταχύτητα τη στιγµή που χρειάζεται, έτσι ώστε να δίνει την εντύπωση αντανακλαστικού. Όλη η ενέργεια οφείλεται στην ταχύτητα εκτέλεσης.

Τοιουτοτρόπως, όταν πρόκειται να γίνει µια επίθεση, εάν ο Judoka ενεργήσει άµεσα, το κάνει αντανακλαστικά µε όλη τη σηµασία της λέξης, η επίθεση µπορεί να επιτύχει ή να αποτύχει και εξαρτάται από την επίθεση: εάν πρόκειται για ψεύτικη επίθεση, ο Judoka µ’ αυτή την απερίσκεπτη κίνηση – αντίδραση θα µείνει ακάλυπτος. Εάν όµως δεν αντιδράσει την ίδια στιγµή, η σκέψη του εισχωρεί αυτόµατα στην κίνηση του αντιπάλου του, αντιλαµβάνεται την κατεύθυνσή του και δε δίνει εντολή στο αντανακλαστικό, παρά µόνο όταν η ενέργεια του αντιπάλου είναι έγκυρη. Η κίνηση για άµυνα βγαίνει από µόνη της ενστικτωδώς.

Η διαφορά µεταξύ του αντανακλαστικού άµεσης αντίδρασης (πραγµατικό) και του δεύτερου του Hen-O (“διανοητικού”) έγκειται στο χρόνο αντίδρασης και όχι στο χρόνο εκτέλεσης της άµυνας, η οποία είναι πάντοτε τόσο γρήγορη, αν και όχι όσο θα έπρεπε, επειδή για την ανατροπή του πλεονεκτήµατος του αντιπάλου η κίνηση πρέπει να εκτελεστεί το γρηγορότερο δυνατόν. Αυτή καθαρά η κίνηση δε γίνεται µε σκέψη και γι’ αυτό µπορεί να θεωρηθεί αντανακλαστικό. Η επέµβαση του πνεύµατος γίνεται νωρίτερα από την εκδήλωση της κίνησης. Η τεχνική η οποία εφαρµόζεται είναι µία ενέργεια που γίνεται µε εντολή του εγκεφάλου σε σχέση µε κάποιο δεδοµένο ερέθισµα και συγκεκριµένη περίσταση και εκτελείται µε µεγάλη ταχύτητα.

Η λέξη Kime µεταφράζεται σαν τη “µέγιστη αποτελεσµατικότητα” και αντιπροσωπεύει το σύνολο των φυσικών και πνευµατικών ενεργειών, οι οποίες συµµετέχουν και παρεµβαίνουν ταυτόχρονα στην τελευταία φάση µιας κίνησης, λίγο νωρίτερα από την εκτέλεσή της και διατηρούνται λίγο µετά το Kake (το τέλος της τεχνικής). Οι ενέργειες αυτές συντελούν ώστε η καταβαλλόµενη από πλευράς Tori ενέργεια να εξασφαλίζει την ολοκλήρωση µιας τεχνικής.

Το Kime δεν παρεµβαίνει παρά µόνο στο τελευταίο µέρος της τροχιάς της ενέργειας του Tori, δηλαδή τη στιγµή κατά την οποία ολόκληρη η δύναµη του σώµατος είναι αποκλειστικά συγκεντρωµένη στην ενέργεια ολοκλήρωσης της τεχνικής. Κάποιες φορές το Kime γίνεται περισσότερο συγκεκριµένο µε το Kensei, δηλαδή την κραυγή εκείνη η οποία ποτέ δεν θα πάψει να αιφνιδιάζει και να εντυπωσιάζει τους απρόσεκτους. Συνηθίζεται να ονοµάζεται επίσης Kiai, αλλά όµως στην πραγµατικότητα το Kiai δεν είναι τίποτε άλλο παρά µόνο η εσωτερική κατάσταση έντασης, η οποία προηγείται και προκαλεί αυτή την κραυγή.

Το Kensei είναι η εσωτερική εκείνη συγκέντρωση που εκδηλώνεται µε τρόπο θορυβώδη. Η κραυγή είναι ένα συστατικό του Kime όπως φαίνεται από τα προηγούµενα και αντιπροσωπεύει την υλοποίηση µιας φυσικής και πνευµατικής έντασης, η οποία έφτασε περίπου στο µέγιστο σηµείο της, την ακλόνητη θέληση για νίκη. Αυτή ξεσπάζει µε φυσικό τρόπο, χωρίς προσπάθεια, από το υπογάστριο όχι από το λάρυγγα, υποστηρίζοντας την τεχνική που εκτελείται παραλύοντας στον αντίπαλο για ένα δέκατο του δευτερολέπτου οποιαδήποτε αντίδραση. Η επιτυχία της εξαρτάται από την ηχητική της ένταση, τον τόνο της (η κραυγή πρέπει να είναι διαπεραστική) και προπάντων, µε πειθώ από αυτόν που την εκτελεί στη δεδοµένη στιγµή πάνω στο πνεύµα του αντιπάλου του. Εάν ο Uke δεν είναι αρκετά αυτοσυγκεντρωµένος µπορεί να υποταχθεί από το Kensei.

Η σωστή θέση του αθλητή είναι βασικό στοιχείο για τη σωστή εκτέλεση των τεχνικών – ρίψεων. Πολύ συχνά η λανθασµένη στάση είναι η αιτία που χάνονται καλές ευκαιρίες για κάποια επιθετική ενέργεια. Σωστή στάση θεωρείται η φυσιολογική και ελεύθερη στάση, βολική για την επίθεση αλλά και την άµυνα. Κάθε περιττή µυϊκή και όχι φυσιολογική κάµψη του σώµατος είναι ΛΑΘΟΣ και µειώνει τις ικανότητες άµυνας και επίθεσης. ∆ίνεται µεγάλη προσοχή στη σωστή τοποθέτηση των ποδιών και τη σωστή στάση του σώµατος σε σχέση µε τα πόδια.

Στο Judo η στάση του σώµατος στην όρθια θέση, η βασική στάση, µπορεί να είναι:

Η Shizentai αποτελείται από τη Shizen Hontai (φυσική βασική στάση), τη Migi Shizentai (δεξιά φυσική βασική στάση) και τη Hidari Shizentai (αριστερή βασική στάση).

Στη Shizen Hontai οι φτέρνες είναι τοποθετηµένες σε µια απόσταση περίπου 30 εκ. η µια από την άλλη, ενώ τα δάκτυλα σε σχέση µε τα πόδια είναι στραµµένα ελαφρά προς τα έξω. Τα γόνατα είναι ελαφρά κεκαµµένα. Το βάρος του σώµατος µοιράζεται εξίσου και στα δύο πόδια. Το κέντρο βάρους βρίσκεται στην κοιλιακή χώρα. Το στήθος δεν είναι σφιγµένο, το κεφάλι διατηρείται σε ευθεία, τα µάτια κοιτάζουν εµπρός, τα χέρια κρέµονται φυσιολογικά δίπλα στο σώµα.

Η Migi Shizentai και η Hidari Shizentai έχουν µικρές τροποποιήσεις σε σχέση µε τη βασική στάση, όσον αφορά στην τοποθέτηση (µήκος ενός πέλµατος) του δεξιού ή του

αριστερού ποδιού µπροστά. Οι παραπάνω στάσεις προέρχονται από τη βασική φυσική στάση και χρησιµοποιούνται στη διάρκεια της προπόνησης στην εκµάθηση µιας τεχνικής και από τις δύο πλευρές.

Τον τελευταίο καιρό συνηθίζεται η βασική στάση να λέγεται και “στάση επίθεσης” και αυτό διότι δίνει πολλαπλές δυνατότητες για την εκδήλωση µιας

επίθεσης. Για το λόγο αυτό δίνεται έµφαση στη διάρκεια προετοιµασίας ενός Judoka στο να διατηρεί τη θέση επίθεσης κατά τον αγώνα, ώστε να του επιτρέψει να εκδηλώσει στο υψηλότερο επίπεδο τις φυσικές του ικανότητες, τις τεχνικές και ψυχικές µε σκοπό τη νίκη στους αγώνες του.

Στο Jigotai (αµυντική – χαµηλή στάση) τα πόδια είναι πολύ αποµακρυσµένα, τα γόνατα σε κάµψη και το σώµα σε πρόκυψη.          Όταν το δεξί πόδι τοποθετείται µπροστά, η στάση

ονοµάζεται Migi Jigotai, ενώ αντίθετα µε το αριστερό πόδι µπροστά ονοµάζεται Hidari Jigotai. Αυτές οι στάσεις δεν ενδείκνυται, διότι τιµωρούνται όταν διατηρηθούν για αρκετή ώρα στον αγώνα. Το χαµήλωµα του κέντρου βάρους µειώνει πολύ την ταχύτητα εκτέλεσης και µετατόπισης, δυσχεραίνει την τεχνική εκτέλεση και αυξάνει τον κίνδυνο ατυχηµάτων. Μετά την αποφυγή της επίθεσης του Uke ενδείκνυται

Η πάλη στη διάρκεια των αγώνων αποτελεί τη διαδοχή κινήσεων, στο σύνολό τους χωρίς ολοκλήρωση των ενεργειών. Αυτές αποτελούν ενέργειες προπαρασκευαστικές µε σκοπό την εκδήλωση επίθεσης, άµυνας και αντεπίθεσης.

Κατά τη διάρκεια των αγώνων οι Judoka πλησιάζουν ή αποµακρύνονται ο ένας από το άλλο, τροποποιώντας παράλληλα τις Kumi-Kata και τις στάσεις τους. Τοιουτοτρόπως, µε την αλλαγή της απόστασης και της στάσης τους οι δύο αντίπαλοι αυξάνουν ή µειώνουν τις δυνατότητες επίθεσης ή άµυνας.

Η πρώτη Chikama είναι η απόσταση από την οποία ο Judoka µπορεί να εφαρµόσει στον αντίπαλο τεχνικές απευθείας από κίνηση ή µε στροφή του σώµατός του.

Η διαφοροποίηση της απόστασης µεταξύ των αντιπάλων επηρεάζει πάντοτε το χαρακτήρα και τις συνθήκες του αγώνα. Μια πιο µικρή απόσταση δυσχεραίνει την κατάσταση του αγώνα, επειδή και οι δύο Judoka βρίσκονται ο ένας πρόσωπο µε τον άλλον σε απόσταση

που επιτρέπουν τα χέρια τους και τους είναι περισσότερο εύκολο να εφαρµόσουν διάφορες τεχνικές επίθεσης, να ελέγξουν καλύτερα το κέντρο βάρους του αντιπάλου απ’ ότι σε µεγαλύτερη απόσταση.

Επίσης σε µικρή απόσταση, οι αντίπαλοι πρέπει να είναι περισσότερο προσεκτικοί, ώστε ν’ αµυνθούν και να επιτεθούν γρήγορα και στην κατάλληλη στιγµή. Η µεγάλη απόσταση δίνει τη δυνατότητα και στους δυο να είναι περισσότερο χαλαροί και να ελίσσονται χρησιµοποιώντας διαφόρων ειδών µετακινήσεις.

Στη διεξαγωγή ενός αγώνα η µικρή απόσταση είναι περισσότερο συµφέρουσα, διότι δηµιουργεί τη δυνατότητα επίθεσης χωρίς διακοπή και από τις δύο πλευρές. Πολλοί έµπειροι Judoka θεωρούν βασική απόσταση την Chikama, όµως για τη διεξαγωγή ενός αγώνα σε µια τέτοια απόσταση απαιτείται µεγάλη µαεστρία.

Ο υπολογισµός της απόστασης για κοντινό αγώνα πρέπει να γίνεται µε µεγάλη ακρίβεια. Ανακρίβεια και ανεξέλεγκτες κινήσεις πολύ πλησίον του αντιπάλου οδηγούν συχνά στην αποτυχία της επίθεσης. Μια ξεχωριστή προσοχή πρέπει να αποδίδεται από τον Judoka στην ισορροπία σε κίνηση (δυναµική), το κεφάλι του να µην ξεπερνά την νοητή ευθεία που ενώνει τις µύτες των ποδιών του.

Ο Judoka κανονίζει την απόστασή του µέχρι τον αντίπαλο µε τις κινήσεις του κορµού, µεταφέροντας τη στήριξή του από το ένα πόδι στο άλλο, παίρνοντας τις κατάλληλες προφυλάξεις και χρησιµοποιώντας µικρά βήµατα για να ακολουθεί ή αποµακρύνεται ανάλογα από τον αντίπαλό του.Ο υπολογισµός της απόστασης στο γρήγορο και γεµάτο εκπλήξεις ρυθµό της πάλης είναι µια από τις πλέον δύσκολες δεξιότητες, η οποία αποκτάται µε τη διαρκή εξάσκηση στις προπονήσεις.

Στη συνέχεια δίνονται µερικές ασκήσεις που έχουν σαν σκοπό τη διαµόρφωση της δεξιότητας του σωστού υπολογισµού της απόστασης και της διατήρησης αυτής όσο το δυνατό σταθερής.

απέναντι από τον άλλο σε απόσταση µήκους ενός χεριού. Μετακίνηση και των δύο µπροστά, πίσω και πλάγια, διατηρώντας σταθερή την αρχική απόσταση µεταξύ τους.

απόσταση του ενός χεριού µεταξύ αυτού και του Uke, ο οποίος µετακινείται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Στα πλαίσια κάθε προπόνησης πρέπει να προβλέπονται τέτοιου είδους ασκήσεις, ιδιαίτερα χρήσιµες, οι οποίες βοηθούν τον Judoka να αισθάνεται τον αντίπαλό του.

Ο Judoka ενεργεί µε µηχανικό τρόπο µε όλη τη σηµασία της λέξεως, πάνω στο σώµα του αντιπάλου του εφαρµόζονται διάφορες λαβές. Οι ωθήσεις, οι έλξεις και οι διάφορες τεχνικές πραγµατοποιούνται δια µέσου των λαβών. Με τη λαβή Kumi-Kata εννοείται η λαβή – πιάσιµο του σώµατος ή ενός µέλους του Uke µε το ένα ή και τα δύο χέρια.

Στην πάλη στο έδαφος υπάρχουν χαρακτηριστικές λαβές, που χρησιµοποιούνται για να αλλάξουν τη θέση του αντιπάλου και να τον κατευθύνουν σε κατάσταση η οποία ευνοεί την έναρξη µιας επιθετικής δραστηριότητας. Τέτοιου είδους λαβές µπορούν να χαρακτηριστούν σαν προπαρασκευαστικής ενέργειες άµυνας ή έµµεσες, οι οποίες και έχουν σχέση µε το σύνολο των δραστηριοτήτων οι οποίες δεν συνδέονται µε την εκτέλεση των τεχνικών του Judo. Οι παραπάνω διευκρινήσεις καταδεικνύουν την ιδιαίτερη συχνότητα εµφάνισης των δευτερευούσης σηµασίας ενεργειών µε ξεχωριστή σηµασία όµως για το Judo.

Η βασική λαβή Eri Kumi- Kata έγκειται στο πιάσιµο µε το δεξί χέρι από πλευράς Tori του αριστερού πέτου του Kimono του Uke, µε τον αντίχειρα στο εσωτερικό, και τα υπόλοιπα τέσσερα δάκτυλα στην επιφάνεια, ενώ το αριστερό χέρι του πιάνει το

Ο Tori µπορεί να εκτελέσει µε το δεξί του χέρι είτε µια ώθηση, είτε µια έλξη, κατευθύνοντας παράλληλα µε το αριστερό του χέρι τον Uke µε µια έλξη σε σχήµα τόξου µπροστά ή πλάγια ή ωθώντας τον πίσω. Η λαβή αυτή ονοµάζεται Migi Eri Kumi-Kata (βασική δεξιά λαβή-πιάσιµο). Μπορεί η λαβή αυτή να γίνει και αντίθετα, δηλαδή το δεξί χέρι πιάνει το αριστερό µανίκι του Uke, ενώ το αριστερό χέρι του πιάνει το δεξί πέτο του Kimono. Στην περίπτωσηαυτή γίνεται λόγος για Hidari Eri Kumi-Kata (βασική αριστερή λαβή-πιάσιµο).

Το επίπεδο στο οποίο πραγµατοποιείται η λαβή πάνω σ’ ένα Judoki  εξαρτάται από τις διαφορετικές καταστάσεις που χαρακτηρίζουν την κάθε τεχνική ή από το ύψος του Uke.

Είναι ενδιαφέρον και πρέπει να τονιστεί ότι τόσο στον αγκώνα, όσο και στην προπόνηση, η ιδανική απόσταση (Ma-Ai) είναι διαφορετική σε σχέση µε τον τύπο της λαβής που εφαρµόζεται και το πράγµα αυτό καθορίζεται µε την απόκτηση πείρας. Σχεδόν όλοι οι Γιαπωνέζοι Judoka, αλλά και πολλοί άλλοι εφαρµόζουν στους αγώνες µε το δικό τους τρόπο

Στην πάλη στο έδαφος (Ne Waza) η ποικιλία των λαβών είναι πολύ µεγαλύτερη από την όρθια θέση (Tachi Waza), το πράγµα αυτό δίνει σ’ ένα Judoka τη δυνατότητα να βρει τις πλέον αποτελεσµατικές λαβές που έχουν εφαρµογή στις προτιµούµενες απ’ αυτόν τεχνικές (Tokui Waza), καταλλήλων στις καταστάσεις που δηµιουργούνται και λαµβάνοντας φυσικά υπ’ όψιν το γεγονός ότι στο έδαφος η ταχύτητα εκτέλεσης είναι µικρότερη.

Ο Tori όταν ενεργεί για Kumi-Kata πρέπει να παρακολουθεί τρία πράγµατα:

Η Kumi-Kata είναι το βασικό µέσο δια του οποίου καθορίζεται η επαφή µεταξύ των δύο Judoka στην διάρκεια του αγώνα. Η λαβή Kumi-Kata διαφέρει σε κάθε αθλητή, ανάλογα µε τις τεχνικές τις οποίες θέλει αυτός να εκτελέσει, την αγωνιστική στάση, ψηλή ή χαµηλή, την κατεύθυνση προς την οποία εκδηλώνει την επίθεσή του προς τα δεξιά ή τ’ αριστερά, τους συνδυασµούς και το ύψος του κάθε αθλητή.

Εκτός από τη βασική λαβή Eri Kumi-Kata, η οποία περιγράφεται προηγουµένως, και που χρησιµοποιείται στη διάρκεια της τεχνικής προετοιµασίας και στην έναρξη του αγώνα, πριν το πέρασµα στη λαβή εκτέλεσης αγωνιστικών τεχνικών, υπάρχουν ακόµη και οι παρακάτω βασικές λαβές.

Χαρακτηρίζεται από το πιάσιµο του πέτου βαθιά στην πλάτη, στο ύψος του λαιµού του αντιπάλου, ενώ το αριστερό χέρι πιάνει κανονικά το µανίκι του Kimono στο ύψος του αγκώνα. Χρησιµοποιείται για την εκτέλεση τεχνικών, όπως: Uchi Mata, O-Soto Gari στους συνδυασµούς Tai-Otoshi µε O-Uchi-Gari, Ko-Uchi-Gari µε Uchi-Mata, Ko-Uchi-Gari µε O-Uchi-Gari κ.λπ..

Χαρακτηρίζεται από τη θέση του δεξιού χεριού το οποίο πιάνει το Kimono στο ύψος της αριστερής µασχάλης του Uke, ενώ το αριστερό πιάνει το δεξί µανίκι κάτω από το δεξιό αγκώνα. Αυτή η λαβή διατηρεί περισσότερο σφικτό το Kimono και κατά συνέπεια παρεµποδίζει την πλάγια µετακίνηση του Uke. Χρησιµοποιείται για την εκτέλεση τεχνικών µε ρίψη στα πλάγια του Uke, όπως: Tai-Otoshi, Harai-Goshi, O-Soto-Gari, Uchi-Mata και των συνδυασµών De- Ashi-Barai µε Tai Otoshi, O-Uchi-Gari µε Tai Otoshi.

Χρησιµοποιείται γενικά από κοντούς σε ύψος αθλητές, στην οποία το δεξί χέρι πιάνει το Kimono πλάγια αριστερά από το στέρνο, ενώ το αριστερό πιάνει το δεξί µανίκι στο ύψος του αγκώνα. Ενδείκνυται στην χρησιµοποίηση τεχνικής, όπως: Sasae-Tsuri-Komi-Ashi, Morote Seoi-Mage, Tai-Otoshi, O-Uchi-Gari, Tsuri-Komi-Goshi, Hiza-Guruma, Ko-Uchi-Gari, καθώς και στους συνδυασµούς O-Uchi-Gari µε Morote-Seoi-Nage, Ko-Uchi-Gari µε Tsuri-Komi- Goshi, O-Uchi-Gari µε Tai-Otoshi κ.λπ..

Είναι µια αµυντική λαβή στην οποία το δεξί χέρι πιάνει το Kimono εσωτερικά στο ύψος του δεξιού γοφού, ενώ το αριστερό πιάνει το δεξί µανίκι στο ύψος του αγκώνα. Με αυτή τη λαβή εκτελούνται όλες οι τεχνικές γοφού, όπως: O-Goshi, Uki-Goshi, Tsuri-Komi-Goshi και άλλες όπως Kata Guruma κ.λπ.. Τη λαβή αυτή σαν αµυντική, ο Tori τη χρησιµοποιεί για να εµποδίσει µε το δεξί χέρι όλες τις ενέργειες για Tai-Sabaki του Uke και για να ελέγχει παράλληλα όλες τις κινήσεις αυτού στο ύψος της πυέλου.

Εκτός από τις κλασικές λαβές, στο αγωνιστικό Judo χρησιµοποιούνται και ενδιάµεσες λαβές, οι οποίες έχουν την επιδίωξη µε παραπλανητικές ενέργειες, να βοηθήσουν στην απαραίτητη για την εκτέλεση κάποιας τεχνικής Kumi-Kata. Κατά τη διάρκεια του αγώνα κάθε αθλητής προσπαθεί να ξαφνιάσει τον αντίπαλο, εκτελώντας τεχνικές µε ενδιάµεσες λαβές,

χρησιµοποιώντας στις απαιτήσεις της στιγµής την καλύτερη στάση για την κατάλληλη Kumi- Kata.

Η λαβή από την ίδια πλευρά χρησιµοποιείται κυρίως κατά τη στιγµή που οι προσπάθειες για εφαρµογή της κανονικής Kumi-Kata µε το δεξί χέρι αποτυγχάνουν και εκτελείται στον αγώνα µε αντιπάλους µε αριστερή Kumi-Kata ή όταν επιχειρούν Ippon-Seoi-Nage και Soto- Maki-Komi. Το δεξί χέρι του Tori πιάνει το δεξιό πέτο του Uke στο ύψος του λαιµού κατά τη στιγµή επίθεσης µε Tai-Otoshi ή Seoi-Otoshi, ενώ το αριστερό πιάνει γρήγορα το πέτο δίπλα στο δεξί. Στην περίπτωση συνέχειας στο έδαφος η λαβή αυτή είναι καλή για την εφαρµογή τεχνικών του Shime-Waza (πνιγµοί).

Η λαβή πρέπει να γίνει γρήγορα, το δεξί χέρι πιάνει το δεξί πέτο ταυτόχρονα µε το µπάσιµο στην τεχνική, το ίδιο χέρι εκτελεί Kuzushi πάνω στον Uke, ενώ η ολοκλήρωση της τεχνικής επιτυγχάνεται και µε τα δύο χέρια. Αυτή η λαβή που ονοµάζεται Okuri-Eri-Kumi-Kata είναι µια βασική λαβή για την εκτέλεση της τεχνικής Yama-Arashi (θύελλα των βουνών).

Οι λαβές, όπως και οι µετακινήσεις, στο Tatami είναι βασικά στοιχεία µεγάλης σηµασίας στη διαδικασία µύησης και τελειοποίησης των αυριανών αθλητών και πρέπει να παρουσιάζονται σ’ όλες τις προπονήσεις.

Οι µετακινήσεις στο Judo γίνονται για διάφορους σκοπούς και χαρακτηρίζουν όλη τη διεξαγωγή του αγώνα. Στη διάρκεια ενός αγώνα (Shiai) εκτελούνται µετακινήσεις ανεξάρτητες και µετακινήσεις µε τον αντίπαλο. Και οι δύο µορφές γίνονται είτε εκούσια είτε είναι αναγκαστικό αποτέλεσµα ενέργειας του αντιπάλου. Οι µετακινήσεις µε τον αντίπαλο εκτελούνται είτε µε προβολή αντίστασης είτε χωρίς αυτή.

Οι µετακινήσεις γίνονται ανάλογα µε τον επιδιωκόµενο σκοπό προς το εσωτερικό ή το εξωτερικό, αριστερά ή δεξιά, διαγώνια, προς το κέντρο, µπροστά και πλάγια, πίσω, πίσω και πλάγια κ.λπ.. Ανάλογα µε τη διαγραφόµενη τροχιά η κίνηση µετακίνησης µπορεί να είναι σ’ ευθεία γραµµή, τεθλασµένη, κυκλική, εµπρός-πίσω σε “Ζιγκ-Ζαγκ”, αλλά τις περισσότερες φορές όµως είναι συνδυασµός των προηγουµένων.

Κατά τη διάρκεια των µετακινήσεων, η σειρά και ο ρυθµός εκτέλεσης ουσιών είναι ευµετάβλητοι. Μερικές φορές εκτελούνται συµπληρωµατικά βήµατα µε γλίστρηµα, ένα βήµα µπροστά, άλλο πίσω, πλάγιες µετατοπίσεις, περιστροφές. Αυτές οι συνδετικές ενέργειες εκτελούνται σύµφωνα µε ένα πλάνο τακτικής και ανάλογα µε την εξέλιξη του αγώνα (Shiai) και είναι οι παρακάτω:

αποκαθίστανται η βασική στάση (Kamae), η ισορροπία, η λαβή (Kumi-Kata), οι αποστάσεις (Ma-Ai) και γίνονται µία σειρά από τροποποιήσεις που καθορίζονται από την επέµβαση του αντιπάλου.

αντίπαλος σχετικά µε τις τακτικές προθέσεις και την εκτέλεση κάποιας τεχνικής.

Οι µετακινήσεις που εκτελούνται για την αποκατάσταση της απόστασης ή την ανεύρεση των ευνοϊκών για την εφαρµογή των τεχνικών θέσεων, πραγµατοποιούνται µε µικρά ολισθηρά βήµατα, προς όλες τις κατευθύνσεις και γίνονται µε εσωτερικό µέρος του πέλµατος. Η γρηγοράδα και η ακρίβεια µετατόπισης των ποδιών, καθώς και η ικανότητα υπολογισµού του χρόνου και της απόστασης, παίζουν πρωτεύοντα ρόλο τόσο στην εφαρµογή των τεχνικών, όσο και την άµυνα. Ο Judoka πρέπει να γνωρίζει πως να µετακινείται γρήγορα και επιδέξια στο Tatami.

Το µεγάλο πλεονέκτηµα ενός Judoka ο οποίος µετακινείται εύκολα είναι το γεγονός ότι αυτός µπορεί µε την ευκινησία του ν’ αποπροσανατολίζει τον αντίπαλό του, χωρίς να του επιτρέπει ν’ αυτοσυγκεντρώνεται πάνω σε κάποια συγκεκριµένη ενέργειά του. Μετακινούµενος ελεύθερα και γρήγορα ο Judoka ψάχνει και βρίσκει τις απαιτούµενες αποστάσεις και θέσεις για τις ενέργειες της άµυνας και της επίθεσης.

Τα βήµατα µε ολίσθηση του επιτρέπουν να διατηρεί συνεχώς µια άνετη στάση στο σώµα του, ακόµη και στην περίπτωση κατά την οποία ο αγώνας διεξάγεται σε γρήγορο ρυθµό, να µην επηρεάζεται απ’ αυτόν στη δηµιουργία των αρχικών θέσεων και την εφαρµογή των τεχνικών. Η ιδιοποίηση της τεχνικής των µετακινήσεων στο Tatami είναι µια από τις πρώτες προϋποθέσεις για την εκµάθηση των τεχνικών του Judo. Στην αρχή ιδιοποιούνται τα απλά βήµατα προς όλες

τις κατευθύνσεις από τη βασική στάση. Το βήµα µπροστά γίνεται µε το δεξί πόδι, στη συνέχεια πλησιάζει το αριστερό για την επαναφορά στην αρχική στάση.

Το πρώτο βήµα πρέπει να γίνεται πάντοτε µε το πόδι το οποίο βρίσκεται πιο κοντά προς την κατεύθυνση της κίνησης. Αυτό αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση κατά τη διάρκεια της µετακίνησης. Επίσης για µια καλύτερη ισορροπία ο Judoka πρέπει να διατηρεί την απαραίτητη απόσταση µεταξύ των πελµάτων και να αποφύγει τη διασταύρωση των ποδιών, ενώ στη διάρκεια του αγώνα (Shiai), αυτός δεν πρέπει να έχει σε υπερβολική σύσπαση τους µύες του σώµατος έτσι ώστε να επιτυγχάνει τεχνικά τη µετακίνησή του.

Το βάρος του σώµατος έχει µεγάλη σηµασία στη µετατόπιση µπροστά – “προώθηση”, για παράδειγµα, όταν το πόδι το οποίο εκτελεί το βήµα αποσπάται από το Tatami, η ισορροπία για µια στιγµή χάνεται. Το πράγµα αυτό χρησιµεύει για την αύξηση της ταχύτητας του βήµατος (µε ώθηση από το άλλο πόδι). Η ισορροπία επανακτάται τη στιγµή κατά την οποία το πόδι που εκτελεί το βήµα αγγίζει το Tatami, ενώ το πόδι ώθησης έχει πλησιάσει σε θέση παρόµοια µε την αρχική. Ασκούµενος σε αυτές τις µετακινήσεις ο Judoka αποκτά τη δεξιότητα προσανατολισµού στο Tatami και της ισορροπίας στο όλο τον αγωνιστικό χώρο.

Ο βασικός τρόπος µετακίνησης των ποδιών (Shintai) είναι τα βήµατα Ayumi Ashi (ή συνήθης µετακίνηση, σχ. 13) και τα βήµατα Tsugi Ashi (το ένα πόδι ακολουθεί το άλλο, σχ. 14). Τα πόδια µετακινούνται πολύ κοντά µε την επιφάνεια του Tatami και έρχονται σ’ επαφή µ’

Η κατεύθυνση της κίνησης µπορεί να είναι µπροστά, πίσω, πλάγια, αριστερά ή δεξιά και διαγώνια. Στο Ayumi Ashi η λεκάνη έχει ταλαντεύσεις µικρής έκτασης σε οριζόντιο επίπεδο και όχι σε κατακόρυφο όπως στον κανονικό τρόπο βαδίσµατος, είναι η βασική µορφή µετακίνησης για τις τεχνικές ρίψεων.

Αυτή η µορφή µετακίνησης (µε γλίστρηµα) χρησιµοποιείται κυρίως κάποιος βρίσκεται κοντά στον αντίπαλο ή όταν έχει σαν σκοπό να τον πλησιάσει. Εκτελείται ως εξής: Μετά από ένα βήµα µπροστά, πίσω ή πλάγια µε το δεξί πόδι, το αριστερό πλησιάζει µ’ ένα γλίστρηµα 25- 30 εκ. το άλλο πόδι. Ενδείκνυται τα πόδια να µετακινούνται συρτά πάνω από το στρώµα.

Ο µεγάλος δάσκαλος του Judo Kyurzo Mifune 10 dan έλεγε ότι “Το Tai Sabaki είναι η πρώτη και η τελευταία φάση του Judo”, θεωρώντας ότι αυτή η φάση από την εκτέλεση οποιασδήποτε τεχνικής είναι η ουσία της επιστήµης του Judo. Είναι η πλέον χρησιµοποιούµενη µετακίνηση στους αγώνες Judo, οφείλεται στις απότοµες αλλαγές κατευθύνσεις και θέσεις του σώµατος του Tori σε σχέση µε τον Uke.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι µετακίνησης µε Tai Sabaki, αναλόγως µε τον τρόπο που εκτελείται ο βηµατισµός µε ένα πόδι ή και τα δύο. Η ουσία είναι η περιστροφή να γίνει µε τέτοιο τρόπο έτσι ώστε οι ώµοι να παραµείνουν στην ίδια γραµµή µε την κίνηση των ποδιών, δηλαδή την φανταστική εκείνη γραµµή που ενώνει τα πέλµατα των ποδιών.

Το Tai Sabaki χαρακτηρίζεται από την περιστροφή του σώµατος πάνω στο µπροστινό µέρος του πέλµατος και µε την προώθηση ή τράβηγµα πίσω του άλλου ποδιού. Η περιστροφή αυτή αλλάζει την κατεύθυνση της επίθεσης των ώµων, των γοφών και ποδιών του Tori απέναντι του Uke. Στο Tai Sabaki ένα βασικό ρόλο παίζει η στροφή του κεφαλιού, το οποίο στην αρχή της περιστροφής γυρίζει προς την κατεύθυνση στην οποία γίνεται η µετακίνηση.

Στο αγωνιστικό Judo στην απευθείας επαφή µε τον αντίπαλο τα µέρη του σώµατος ενεργούν ταυτόχρονα σαν ένα σύνολο, δηλαδή τα χέρια προετοιµάζουν µε µια ανταγωνιστική κίνηση την περιστροφή, το δεξί χέρι κάµπτεται στην άρθρωση του αγκώνα τραβώντας την αριστερή πλευρά του Uke, ενώ το αριστερό τεντωµένο σπρώχνει την δεξιά πλευρά αυτού. Το κεφάλι οδηγεί και κατευθύνει την περιστροφή του σώµατος, εξασφαλίζοντας µε αυτόν τον τρόπο σηµεία επαφής των ποδιών προς νέες διευθύνσεις.

Με βάση τους προηγούµενους τύπους του Tai Sabaki, σε σχέση µε το εύρος της περιστροφής, υπάρχουν τα εξής είδη περιστροφής (Tai Sabaki).

Το Tai Sabaki µε µικρή περιστροφή χρησιµοποιείται κυρίως στην εκτέλεση τεχνικών ποδιών (Ashi Waza): De-Ashi-Barai, Hiza Guruma, Okuri Ashi Barai, Sasae-Tsuri-Komi-Ashi κ.λπ..

Το Tai Sabaki µεσαίου εύρους περιστροφής χρησιµοποιείται στην εκτέλεση κάποιων τεχνικών ποδιών Ashi Waza και κάποιων χεριού-ώµου (Te – Kata Waza), όπως είναι Uchi- Mata, Ashi Guruma, Kata Guruma, Seoi Nage κ.λπ., αλλά και σε κάποιες γοφού όπως η τεχνική Tsuri-Komi Goshi κ.λπ..

Το Tai Sabaki µεγάλου εύρους περιστροφής χρησιµοποιείται κυρίως σε τεχνικές γοφού

Το Tai Sabaki περιστροφή µε άλµα χρησιµοποιείται κυρίως στην εκτέλεση των τεχνικών αυτοθυσίας (Sutemi Waza) όπως,: Yoko Otoshi, Yoko Guruma, Yoko Gake αλλά και Uki Otoshi.

Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της περιστροφής πάνω στο ένα πόδι, το άλλο διαγράφει µια απόσταση µετακινούµενο σε σχήµα τόξου του κύκλου, στη συνέχεια το πόδι στήριξης οδηγείται γρήγορα στη νέα κατεύθυνση στη φυσική βασική στάση.

Η εκτέλεση της περιστροφής και µε τα δύο πόδια ταυτόχρονα πραγµατοποιείται µε προσέγγιση των πελµάτων, ενώ µε συστροφή πάνω στις µύτες των ποδιών γίνεται εφικτή η αλλαγή κατεύθυνσης. Μετά την αλλαγή κατεύθυνσης γίνεται επαναφορά στη φυσική βασική στάση µε τα πόδια σε απόσταση, που επιβάλλεται από την καινούρια στάση.

Στο σύγχρονο Judo εµφανίστηκαν νέες µορφές µετακίνησης, οι οποίες βασίζονται στο

Είναι Tai Sabaki µε κυκλική περιστροφή και εκτελείται σε σχήµα κύκλου, το πόδι στήριξης βρίσκεται στο κέντρο του κύκλου, ενώ το πόδι επίθεσης εκτελεί διαδοχικές µετακινήσεις 180°-360°. Με Marikomi-Tai-Sabaki εκτελούνται τεχνικές όπως: Tai Otoshi, Harai Goshi, Ashi Guruma, O Soto Gari, Seoi Nage και όλες οι τεχνικές γοφού όταν εκτελούνται µε ανατροπή της ισορροπίας του Tori, σαν τεχνικές αυτοθυσίας.

∆ιπλή µετακίνηση µε περιστροφή γνωστή και σαν διπλό Tai Sabaki. Χρησιµοποιείται σαν µια µορφή µετακίνησης από χαµηλούς σ’ ύψος Judoka, αλλά δυνατούς και ταχείς.

Τα πρώτα βήµατα για τη µετακίνηση εκτελούνται µε το δεξί πόδι, στη συνέχεια ακολουθεί περιστροφή 60°-90° µε προσαγωγή του αριστερού ποδιού στη βασική στάση και ακολουθεί µε την ίδια σειρά τοποθέτηση των ποδιών (δεξί-αριστερό) στην απαιτούµενη για την εκτέλεση της τεχνικής απόσταση, από όπου και στη συνέχεια γίνεται Tai Sabaki – Περιστροφή στο ένα ή και στα δύο πόδια, ανάλογα µε την τεχνική που πρόκειται να εκτελεστεί.

Είναι µια µετακίνηση ειδική στην επίθεση στην οποία επιδιώκεται η διεύρυνση της ανατροπής ισορροπίας του Uke µεταξύ της πρώτης και της δεύτερης µετακίνησης. Ενδείκνυται η µεταφορά βάρους του σώµατος από το ένα στο άλλο πόδι να γίνεται γρήγορα, µε τα γόνατα διαρκώς λυγισµένα, ενώ το κεφάλι να κατευθύνει τη στροφή του σώµατος προς τα δεξιά και προς τ’ αριστερά. Τα χέρια δρουν ενεργητικά πάνω στον Uke ώστε να µην επιτρέψουν κατά την διάρκεια της εκτέλεσης την αποµάκρυνσή του ή κάποια αντεπίθεση. Η µετακίνηση αυτή χρησιµοποιείται και από ψηλούς Judoka πριν από την ολοκλήρωση κάποιων τεχνικών.

Είναι µια τεχνική µετακίνησης που συναντάται πιο συχνά στο αγωνιστικό Judo. Αυτή η µορφή µετακίνησης χαρακτηρίζεται από το πολύ χαµηλό µπάσιµο – Tsukuri µε το οποίο ο Tori πλησιάζει γρήγορα και δυναµικά τον Uke, καθιστώντας τον ανίκανο για ενέργεια αντίστασης ή αντεπίθεσης.

Το Oikomi-Tai-Sabaki εκτελείται κατά την φάση της υποχώρησης του ποδιού του Uke, όταν αυτός είναι σε κίνηση, η οποία επιτρέπει την έναρξη επίθεσης του Tori τη στιγµή κατά την οποία ο Uke µετακινείται προς τα πίσω.

Για την επιτυχία αυτής της µετακίνησης επιβάλλεται η µετατόπιση του πίσω ποδιού και η µεταφορά του βάρους του σώµατος στο εµπρός πόδι να γίνεται γρήγορα. Η περιστροφή πραγµατοποιείται µε το σώµα πολύ χαµηλά, τα χέρια ενεργούν έτσι ώστε να σταµατούν ή να µειώνουν την ταχύτητα µετακίνησης του Uke.

Η µελέτη πάνω στο Tai Sabaki πρέπει να επεκτείνεται από τη στατική εκτέλεση, στην εκτέλεση µε µετακινήσεις χωρίς και µε αντίπαλο, αναλύοντας τις καταστάσεις για όλες τις πιθανές επιθέσεις και άµυνες. Πρέπει ν’ αποφεύγονται τα µεγάλα βήµατα και απότοµες κινήσεις, έτσι ώστε να εκµεταλλεύονται τα µικρά λάθη που κάνει ο αντίπαλος στην µετακίνησή του.

Αυτό το είδος προπόνησης είναι δύσκολο, αλλά χρήσιµο. Με την πρακτική εξάσκηση του Tai Sabaki µαθαίνει κανείς τον καλύτερο τρόπο χρησιµοποίησης της ενέργειας. Για τον έλεγχο του σώµατος, τη µετακίνηση αυτού σε µια τροχιά κατάλληλη για την εκτέλεση µιας τεχνικής και την ολοκλήρωσή της, καθώς και τη διατήρηση της θέσης ισορροπίας κρίνεται αναγκαίο ν’ αποφεύγεται η οποιαδήποτε τάση στη δύναµη.

Η γρηγοράδα µετακίνησης του σώµατος και ειδικά του κέντρου βάρους (Hara) είναι περισσότερο σηµαντική απ’ ότι η δύναµη των χεριών.

Ο εντοπισµός της κατάλληλης στιγµής, η ετοιµότητα µε την οποία αρχίζει µια επίθεση είναι περισσότερο αποτελεσµατική απ’ ότι η µυϊκή δύναµη, διότι το πλεονέκτηµα αυτό συντελεί στη χρησιµοποίηση µιας πιο µικρής ενέργειας για τον έλεγχο και την επικράτηση επί του αντιπάλου, όπως και στην ολοκλήρωση των τεχνικών επίθεσης και άµυνας.

Είναι σηµαντικό ο Judoka να µάθει να διατηρεί την κατεύθυνση της βασικής του στάσης απέναντι από τον αντίπαλο στις µετακινήσεις µπροστά, πίσω πλάγια αλλά και στις περιστροφές (Tai Sabaki).

Το Tai Sabaki προς τα πίσω γίνεται στο εµπρόσθιο µέρος του πέλµατος του ποδιού στήριξης. Εάν κατά τη διάρκεια της περιστροφής ο Judoka στηρίζεται, για παράδειγµα, στο δεξί πόδι, γύρω από το οποίο γίνεται η περιστροφή, το αριστερό πόδι µετακινείται πίσω.

Στον αγώνα αυτή η κίνηση συναντάται συχνά και είναι υποχρεωτική για τον επανακαθορισµό της βασικής στάσης απέναντι στον αντίπαλο. Ο χαρακτήρας των µετακινήσεων σε αγώνα στον οποίο οι αντίπαλοι βρίσκονται πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, είναι διαφορετικός απ’ αυτόν των µετακινήσεων σε µεγάλη απόσταση, όταν τα πόδια κάνουν ελαφρά και γρήγορα βήµατα για ελιγµό.

Οι καθηγητές και οι προπονητές πρέπει να υποχρεώνουν τον Judoka να πραγµατοποιεί ασκήσεις µετακίνησης στο Tatami απέναντι σε ενα φανταστικό αντίπαλο (Tandoku Renshu και µε αντίπαλο Sotai Renshu).

Μερικά παραδείγµατα υπογραµµίζουν το γεγονός ότι το Tai Sabaki µπορεί να χρησιµοποιηθεί µε επιτυχία και σαν αποφυγή της επίθεσης του αντιπάλου.

Βασικό ρόλο στην εκτέλεση µιας τεχνικής παίζει και ο καθορισµός των στιγµών Ikioi και Kasumi. Για την φορά (Ikioi) χρειάζεται δύναµη (περισσότερη από τον αντίπαλο, µε βάση τις αρχές του Judo, και λιγότερη από τον Tori), ενώ για τον καθορισµό της στιγµής δράσης (Kasumi) απαιτείται επιδεξιότητα. Μόνο οι µαύρες ζώνες (Yudansha) φτάνουν σε σηµείο διαχωρισµού αυτών των δύο.

Η ανατροπή της ισορροπίας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την εκτέλεση των τεχνικών του Judo. Ο Tori πρέπει να εκτελεί το Kuzushi κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο Uke (αντίπαλος) να οδηγείται στη µέγιστη δυνατή θέση ανισορροπίας µε την ελάχιστη προσπάθεια. Ο Tori πρέπει να διατηρεί συνεχώς µια στάση τέλειας δυναµικής ισορροπίας. Την έλξη για την ανατροπή της ισορροπίας του Uke την κάνουν τα χέρια µε τη συµµετοχή όλων των µελών του σώµατος, τα χέρια αποτελούν τους µοχλούς µεταφοράς της ενέργειας του σώµατος του Tori.

Η ανατροπή της ισορροπίας πραγµατοποιείται προς τέσσερις βασικές κατευθύνσεις: πίσω, µπροστά, πλάγια-δεξιά και πλάγια-αριστερά και διαγώνια. Ένα σώµα βρίσκεται σε ισορροπία τόσο χρόνο όσο η προβολή του Κ.Β. του (Hara) περνά µέσα από την επιφάνεια στήριξης.

Κατά τη διάρκεια της µετακίνησης ο Judoka χάνει προς στιγµή την ισορροπία του (τη στιγµή κατά την οποία µετακινεί το πόδι) και στη συνέχεια την επαναποκτά. Εάν δύο Judoka ευρισκόµενοι στην όρθια θέση στηρίζονται αµοιβαία ο ένας από τον άλλο, η ισορροπία διατηρείται τόσο χρόνο, όσο η προβολή του ΚΒ τους γενικώς βρίσκεται εντός των ορίων της ολικής επιφάνειας στήριξης.

Για την εκτέλεση µίας ρίψης από την όρθια θέση (Tachi Waza) είναι απαραίτητο να ανατραπεί η ισορροπία του αντίπαλου χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία για αποκατάστασή της. Τέτοιου είδους ανατροπή ισορροπίας µπορεί να επιτευχθεί µέσω διαφόρων τεχνικών (Lascu V.G., 1986):

Παράλληλα από την παραπάνω ενέργεια, στο Judo χρησιµοποιούνται αντιτεχνικές και συνδυασµός τεχνικών µε τη βοήθεια των οποίων ανατρέπεται η ισορροπία του αντιπάλου και επιτυγχάνεται η ρίψη, η ακινητοποίηση, η εξαρθρωτική λαβή κ.λπ..

Παράδειγµα συνδυασµού:                Ippon Seoi Nage → Tai Otoshi ή

Παράδειγµα αντιτεχνικής:                Sasae Tsuri Komi Ashi ↔ Hiza Guruma.

Στην περίπτωση των αντιτεχνικών ή των συνδυασµών ο Judoka είναι υποχρεωµένος να αλλάζει την κατεύθυνση δράσης του, η οποία συνδυάζεται µε τον περιορισµό της δυνατότητας για αλλαγή της στήριξης του αντιπάλου.

Στο Judo υπάρχουν οκτώ µορφές ανατροπής της ισορροπίας – Kuzushi και είναι γνωστές µε το όνοµα Hapo No Kuzushi (Σχ. 16).

Για την εκτέλεση µιας τεχνικής του Nage Naza είναι απαραίτητοι µια σειρά χειρισµών από πλευράς Tori που έχουν σαν σκοπό την τοποθέτηση του Uke σε µια θέση κατάλληλη για την εκδήλωση της επίθεσης.

Η άµεση ανατροπή της ισορροπίας έχει σαν σκοπό τη διεύρυνση της δράσης πάνω σε κίνηση του Uke, π.χ. ο Uke προωθείται µε το δεξί του πόδι, ο Tori εκτελεί µια ανιούσα έλξη στο δεξί ώµο του, πριν αυτός τοποθετήσει το πόδι του στο έδαφος, προκαλώντας έτσι µια ανατροπή µπροστά – δεξιά.

Η άµεση ανατροπή πάνω είναι η πλέον αποτελεσµατική, επειδή χρησιµοποιεί την ενέργεια του Uke και παρέχει τη δυνατότητα γρήγορης εκτέλεσης της δεύτερης φάσης της τεχνικής, δηλαδή του µπασίµατος (Tsukuri). Ο φραγµός και η δραστική παρεµπόδιση από πλευράς Uke πάνω στο δεξί πόδι του Uke που προωθείται ενεργούν σαν τροχοπέδη σ’ αυτό (παρόµοια µε το απότοµο φρενάρισµα του αυτοκινήτου), το κέντρο βάρους συνεχίζει την ταλάντευσή του µπροστά και έτσι βγαίνει έξω από την επιφάνεια στήριξής του.

Η έµµεση ανατροπή πάνω σε αντίδραση του Uke πραγµατοποιείται µέσω µιας δραστήριας ενέργειας ώθησης από πλευράς Tori στον δεξί ώµο, ύστερα από την οποία αυτός υποχωρεί γρήγορα τραβώντας πίσω και το αριστερό του πόδι, µε αποτέλεσµα η επίδραση του Uke να είναι βήµα εµπρός µε το δεξί πόδι, επιτυγχάνοντας έτσι ανατροπή της ισορροπίας του άµεσα.

Η έµµεση ανατροπή µε δηµιουργία σύγχυσης πραγµατοποιείται µε γρήγορη επίθεση του Tori µε το δεξί του πόδι πάνω στο αριστερό του Uke, υποχρεώνοντάς τον έτσι να κάνει βήµα πίσω. Στην παραπάνω φάση το δεξί πόδι παραµένει µπροστά επιτυγχάνοντας έτσι µια στάση άµεσης ανατροπής της ισορροπίας.

Στην εκτέλεση µιας τεχνικής είναι απαραίτητη η συνεχής καταβολή φυσικής ενέργειας για την επίτευξη της µέγιστης απόδοσης στην ολοκλήρωση αυτής, µε βάση την αρχή του Judo “Μέγιστη αποτελεσµατικότητα µε την ελάχιστη προσπάθεια”. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, µε

τις γρήγορες και απρόβλεπτες εναλλαγές της κατεύθυνσης µετακίνησης τόσο ο Tori όσο και ο Uke βρίσκονται πολλές φορές σε στάσεις ασταθούς ισορροπίας, οι οποίες είναι οι κατάλληλες για την εκτέλεση κάποιων τεχνικών.

Η αντίληψη, η γνώση αυτών των καταστάσεων, η κατάλληλη στιγµή δράσης, εµπεριέχονται στην έννοια του Kokoro.

Το Tsukuri είναι η προπαρασκευαστική επιδέξια ενέργεια του Tori πάνω στον αντίπαλο και έχει δύο φάσεις: • Aite No Tsukuri (προετοιµασία του αντιπάλου).

Η προετοιµασία του αντιπάλου έγκειται στην ανατροπή της ισορροπίας του πριν την εφαρµογή της τεχνικής και την προσαγωγή του σε µια βολική στάση για την εκτέλεση αυτής. Ταυτόχρονα µε τα παραπάνω, και ο ίδιος ο Tori πρέπει να έχει βρει την κατάλληλη στάση από την οποία µπορεί να εφαρµόσει εύκολα την τεχνική. Στην περίπτωση της “προετοιµασίας του αντιπάλου” για την εκτέλεση της τεχνικής πρέπει να είναι γνωστή η θεωρία και η πράξη του Kuzushi, ενώ για την ατοµική προετοιµασία πρέπει να µελετηθούν και να εφαρµοστούν σωστά η βασική στάση (Shizentai) και η απόσταση Ma Ai.

Για την ανατροπή του Uke, είτε µε εκµετάλλευση της κατάλληλης στιγµής (Kokoro), είτε µε ατοµική ενέργεια ανατροπής της ισορροπίας Kuzushi, επιβάλλεται µια αστραπιαία ενέργεια πάνω στο κέντρο βάρος αυτού µε σκοπό την ανατροπή και προβολή του έξω από την επιφάνεια στήριξης. Η προετοιµασία της επίθεσης αποτελεί τη φάση εκκίνησης της επίθεσης και χαρακτηρίζεται από την επαύξηση της ανατροπής ισορροπίας και τη σταθεροποίηση της επαφής µε τον Uke στην καλύτερη δυνατή στάση για ρίψη.

Μεταξύ της ανατροπής ισορροπίας και της εισόδου (µπάσιµο) στην τεχνική δεν πρέπει να υπάρχει διακοπή. Στο Judo υψηλού επιπέδου και τα δύο αυτά εµφανίζονται σαν µια ενέργεια. Στη διαδικασία της εκπαίδευσης πρέπει να δίνεται µεγάλη έµφαση πάνω στη σύνδεση της ανατροπής ισορροπίας και του µπασίµατος, επειδή η φάση αυτή καθορίζει την επιτυχία της εκτέλεσης της τεχνικής που θα ακολουθήσει.

Η ολοκλήρωση της ρίψης αποτελεί την ουσία της ρίψης και χαρακτηρίζει όλες τις τεχνικές του Judo. Kake είναι η συνέχεια του Tsukuri και οι δύο αυτές φάσεις πρέπει να συνδυάζονται µεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελούν µία και µόνο ενέργεια. Στην πραγµατοποίηση µιας καλής ρίψης η ολοκλήρωση (Kake) έχει σαν σκοπό όχι µόνο την ρίψη του Uke, αλλά και τον συνεχή έλεγχο του σώµατος αυτού στη διάρκεια της εναέριας πορείας του

και ιδιαίτερα τη στιγµή της πτώσης. Ο Uke είναι υπό συνεχή έλεγχο από τη στιγµή κατά την οποία τα πόδια του εγκαταλείπουν το έδαφος µέχρις ότου η πλάτη του έρχεται σε επαφή µε το στρώµα.

Η ολοκλήρωση της ρίψης υλοποιεί ολόκληρη την ενέργεια την οποία καταβάλλει ο Tori, πράγµα το οποίο όµως προϋποθέτει ότι στις προπαρασκευαστικές φάσεις (Tsukuri-Kuzushi) η προσπάθεια πρέπει να καταβάλλεται άνετα και επιδέξια. Για την επίτευξη ενός καλού Kake είναι απαραίτητο να πραγµατοποιείται µια συνεχής µελέτη, η κίνηση να είναι συνεχόµενη χωρίς διακοπές, ενώ η µέγιστη προσπάθεια να κατευθύνεται προς την τελική εκτέλεση.

Η θέση της κεφαλής να είναι καλά προσανατολισµένη προς την κατεύθυνση της εκτέλεσης, τα πόδια κεκαµένα στο µπάσιµο, ώστε να επιτρέπουν την µέγιστη εκρηκτικότητα στην κυρίως φάση της ρίψης. Η ανατροπή – εισπνοή είναι βαθειά στην προπαρασκευαστική φάση (Kuzushi-Tsukuri), αποκλεισµένη (άπνοια) κατά τη διάρκεια της προσπάθειας για ανύψωση του Uke, συγκρατηµένη µε τάση για εκπνοή στη ρίψη.

Από ψυχολογική άποψη, ο Tori διακατέχεται από την ιδέα πραγµατοποίησης µιας αποφασιστικής ρίψης. Η αποφασιστικότητα συµβάλλει στο συγχρονισµό των κινήσεων και τελικά στην επίτευξη του επιθυµητού αποτελέσµατος.

Η ολοκλήρωση µιας τεχνικής (Kake) πρέπει να χαρακτηρίζεται από το Seiken Setsutan (εσωτερική δύναµη στην κίνηση), όρος που συχνά χρησιµοποιείται από τους Γιαπωνέζους ειδικούς του Judo.

Ο A. Hikoichi προσπαθεί να επεξηγήσει αυτό τον όρο µε το παρακάτω σχήµα. Συγκρίνεται µια Waza (τεχνική, οι τεχνικές του Judo) µε το φυσικό φαινόµενο κατά το οποίο παράγονται σπίθες µε κρούση ενός πυρόλιθου (τσακµακόπετρα) µε ένα κοµµάτι ατσάλι. Στην επιτυχία µιας ρίψης όπως ακριβώς παράγονται η σπίθα, ο Hikoichi λέγει ότι πρέπει να υπάρχει µια δύναµη “ζωντανή” (αποφασιστικότητα στην εκτέλεση µε την οποία ολοκληρώνεται η τεχνική).

Η καθοριστική σηµασία της αναπνοής στην εκτέλεση µιας τεχνικής ή µιας ενέργειας του Judo αποδεικνύεται στην πράξη. Οι ειδικοί του Judo τονίζουν την αξία της αναπνοής δηλώνονται ότι χωρίς σωστή αναπνοή ο Judoka αποτυγχάνει σίγουρα στο Shiai.

Από τα ανωτέρω γίνεται αντιληπτό ότι η αναπνοή αποτελεί βασικό στοιχείο του Judo. Χωρίς καλή τεχνική αναπνοής δεν µπορεί να γίνει λόγος για επιτυχίες απέναντι σε υψηλού επιπέδου αθλητές, θεωρώντας σαν δεδοµένα ότι η αυτοσυγκέντρωση εξαρτάται κατά πολύ από

τη µέθοδο αναπνοής, σύµφωνα µε την εναλλαγή των καταστάσεων που προκύπτουν στη διάρκεια της προπόνησης και των αγώνων (Shiai).

Η πρακτική έχει αποδείξει ότι µια κατάλληλη αναπνευστική µέθοδος µπορεί να βοηθήσει ένα Judoka να νικήσει ένα δυνατότερο αντίπαλο, ο οποίος όµως δεν ξέρει να αναπνέει σωστά. Ξεχωριστή προσοχή πρέπει ν’ αποδίδεται στο συντονισµό µεταξύ του ρυθµού αναπνοής και των ενεργειών άµυνας και επίθεσης.

Στην επίθεση η αναπνοή πρέπει να πραγµατοποιείται ως εξής:

Από άλλη άποψη, η κατάλληλη στιγµή εκδήλωσης της επίθεσης είναι η φάση κατά την οποία ο Tori εισπνέει (για παράδειγµα αµέσως µετά την φάση εκπνοής). Στην άµυνα αντίθετα η αναπνοή διακόπτεται αµέσως µε σύσπαση των κοιλιακών µυών. Στην περίπτωση αυτή µπορεί να πραγµατοποιηθεί και µια µικρή εκπνοή ακολουθούµενη συνήθως και από ένα Kiai.

Ο εκπαιδευόµενος, πριν προχωρήσει στην εκµάθηση των ρίψεων, θα πρέπει να αφοµοιώσει πρώτα τις ΠΤΩΣΕΙΣ σε πάρα πολύ καλό βαθµό. Να µπορεί δηλαδή να εκτελεί πτώσεις από ψηλά και µε διάφορα εµπόδια, χωρίς να υπάρχει κανένα πρόβληµα τραυµατισµού.

Στις προπονήσεις εκµάθησης των ρίψεων πρέπει πάντα να αφιερώνεται λίγος χρόνος για την βελτίωση των πτώσεων. Η έλλειψη της ικανότητας επαφής µε το στρώµα (Tatami), δηµιουργεί γρήγορα πλήξη και αντιπάθεια, για το Judo και αυξάνει τις πιθανότητες και το ποσοστό τραυµατισµών. Στους αρχάριους ο φόβος των πτώσεων δηµιουργεί συνεχή αµυντική στάση και µεγάλο µυϊκό τόνο, µε αποτέλεσµα να δηµιουργούνται µεγάλα προβλήµατα στην εκµάθηση των ρίψεων και στην πρόοδο του αθλητή.

Οι πτώσεις στην αρχική φάση της εκπαίδευσης, εκτελούνται από χαµηλές θέσεις. Σιγά- σιγά αυξάνεται ο βαθµός δυσκολίας και ο ρυθµός εκτέλεσης. Η εκµάθησή τους και από τις δύο µεριές, αριστερά και δεξιά, είναι αναγκαία. Η ικανότητα πτώσης από κάθε πλευρά αποτελεί πολύ βασικό σηµείο για την πρόοδο και την ασφάλεια του αθλητή. Ασκούµενος που κατέχει µόνο τη µια πλευρά, είναι κακός “παρτενέρ” στην προπόνηση για βελτίωση της τεχνικής των ρίψεων. Με µεθοδικότητα θα πρέπει να αφοµοιωθούν όλες και οποιουδήποτε βαθµού δυσκολίας πτώσεις.

Η εκµάθησή της αρχίζει από ύπτια κατάκλιση. Τα χέρια βρίσκονται στην πρόταση, το σαγόνι κοντά στο θώρακα, από τη θέση αυτή εκτελείται µε τα χέρια κρούση του στρώµατος. Τα χέρια είναι λίγο λυγισµένα στην άρθρωση του αγκώνα. Οι αγκώνες προς τα έξω, οι µυς χαλαρωµένοι. Την στιγµή του κτυπήµατος όλες οι εσωτερικές επιφάνειες των χεριών πρέπει να έρθουν σε επαφή µε το στρώµα. Η γωνία µεταξύ χεριών και σώµατος πρέπει να είναι 45 µοίρες.

Η επόµενη άσκηση γίνεται από εδραία θέση. Τα χέρια είναι και πάλι στην πρόταση. Ακολουθεί κύλισµα προς τα πίσω ανασηκώνοντας τα τεντωµένα πόδια. Η πλάτη να σχηµατίζει τόξο. Την στιγµή επαφής της πλάτης µε το έδαφος χτυπούν τα χέρια, όπως στην προηγούµενη άσκηση, το στρώµα. Το σαγόνι πάντα κοντά στο θώρακα.

Ίδια άσκηση µε την προηγούµενη, µε διαφορά στο ξεκίνηµα. Πτώση από βαθύ κάθισµα.

Από τη θέση προσοχής, λίγα βήµατα (µικρά) πίσω και εκτελείται η πτώση.

Η Koho-Ukemi µπορεί να τελειοποιηθεί και σαν συνέχεια από άλµα που εκτελείται προς τα πίσω, µε τη χρήση εµποδίου, αλλά και χωρίς, από την κατακόρυφο στήριξη και φυσικά από την αρχική θέση.

Είναι η βασικότερη πτώση γιατί αποτελεί το 90% των πτώσεων στο Judo, ενώ συνδυάζεται και µε τις υπόλοιπες πτώσεις. Η εκµάθησή της αρχίζει από εδραία θέση. Από τη θέση αυτή το σώµα κυλά στη δεξιά πλευρά, τα πόδια ανασηκώνονται προς τα πάνω και συγχρόνως το δεξί χέρι χτυπά στο στρώµα (όπως στην Koho-Ukemi), µε γωνία 40-45° σε σχέση µε το σώµα. Το άλλο χέρι είναι στην ζώνη. Το σαγόνι πάντα κοντά στον θώρακα (Σχ. 20).

Από τη θέση βαθύ κάθισµα στα δάκτυλα. Το δεξί πόδι προτείνεται χαλαρά προς τα αριστερά. Ακολουθεί κύλισµα πίσω και προς τα δεξιά µε χτύπηµα του χεριού. Το δεξί πόδι τεντωµένο και σε επαφή µε το στρώµα. (Σχ. 21).

Από την όρθια θέση ο Judoka µεταφέρει το αριστερό του χέρι λίγο προς τα δεξιά και ενώ στηρίζεται στο δεξιό του πόδι τεντώνει το αριστερό διαγώνια προς τα δεξιά (Σχ. 22).

Με µια δίπλωση στο αριστερό του πόδι κατεβάζει τη λεκάνη λοξά προς τ’ αριστερά, παράλληλα οδηγεί το σαγόνι στο στήθος και µετά κυλά στην αριστερή του πλευρά. Λίγο πριν την επαφή µε το στρώµα, µε ένα πηδηµατάκι στο δεξί του πόδι, ο Judoka για ένα δέκατο του δευτερολέπτου δεν έχει επαφή µε το στρώµα. Αυτή είναι η στιγµή κατά την οποία το αριστερό χέρι χτυπά µε δύναµη το έδαφος, ενώ το σώµα εκτελεί ένα ελαφρό ευλύγιστο κύλισµα, το δεξί πόδι εξασφαλίζει µε το πέλµα την επαφή µε το στρώµα µειώνοντας έτσι κλονισµό της πτώσης του κορµού.

Οι πλάγιες πτώσεις πρέπει να εκτελούνται και από τις δύο πλευρές, µε έµφαση στην τελειοποίηση της λιγότερο επιδέξιας πλευράς του Judoka.

Από τη γονατιστή θέση εκτελείται πτώση προς τα εµπρός, µε κρούση των χεριών στο στρώµα µε όλη την επιφάνεια του χεριού (από τους καρπούς µέχρι τον αγκώνα). Το σώµα πέφτει τεντωµένο, τα χέρια είναι επίσης τεντωµένα, ενώ στην επαφή τους µε το στρώµα κάµπτονται στην άρθρωση του αγκώνα µετριάζοντας έτσι τον κλονισµό – σοκ. Η στήριξη του σώµατος γίνεται στα χέρια και τα δάκτυλα των ποδιών. Αυτή η µορφή πτώσης ενδείκνυται για εκµάθηση σαν µορφή περάσµατος από την πάλη στην όρθια θέση σ’ αυτή του εδάφους.

Η πτώση αυτή µπορεί να εκτελεστεί επίσης από την όρθια θέση και µε αναπήδηση.

Σε όρθια θέση µε το δεξί πόδι στη θέση προβολής, ακολουθεί επίκυψη µπροστά. Το αριστερό χέρι στηρίζεται στο στρώµα, απέναντι από το αριστερό πόδι µε τα δάκτυλα προς τα µέσα στο ίδιο επίπεδο µε το δεξί πόδι. Το δεξί χέρι τοποθετείται στα αριστερά στο εσωτερικό του δεξιού ποδιού µε τα δάκτυλα προσανατολισµένα προς το αριστερό πόδι. Τα χέρια είναι λυγισµένα στους αγκώνες. Τα δάκτυλα προς τα µέσα. Το σαγόνι οδηγείται προς τον αριστερό ώµο. Από τη θέση εκτελείται κύλισµα πάνω από τον δεξί ακολουθούµενο από χτύπηµα του αριστερού χεριού στο στρώµα. Η τροχιά του κυλίσµατος ξεκινά από τα δάκτυλα του δεξιού χεριού, στο δεξί ώµο και διαγώνια µέχρι τον αριστερό γοφό. Τη στιγµή της επαφής του

στρώµατος µε το γοφό εκδηλώνεται η εκκίνηση του χτυπήµατος του αριστερού χεριού σε µια γωνία 30°-40° µε το σώµα.

Το κύλισµα αυτό του σώµατος πρέπει να είναι συνεχόµενο, απαλό και κυκλικό, έτσι όπως κυλά µια µπάλα.

Από την προηγούµενη θέση και πάλι, το δεξί τώρα, εκτελεί ταλάντευση προς τα πίσω που αποτελεί και την αρχή για κυβίστηση. Τα υπόλοιπα µέρη είναι όλα ίδια µε την προηγούµενη φάση. Η πτώση µπροστά µε κυβίστηση εκτελείται σε δύο βασικές µορφές (διαφορά στην τελική θέση):

Μετά την πλήρη αφοµοίωση της πτώσης,                                                                                       εκτελείται η πτώση από τη θέση της προσοχής και µε

σύνθηµα του δασκάλου, µε τρέξιµο, µε εµπόδια που σιγά-σιγά αυξάνονται σε ύψος και µήκος.

Βασικό σηµείο είναι η στιγµή επαφής µε το στρώµα. Πρέπει να γίνεται µε όσο το δυνατό µεγαλύτερη επιφάνεια του σώµατος. Έτσι η δύναµη της πτώσης διαµερίζεται σε µεγαλύτερη επιφάνεια. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να γίνεται η πτώση µε τα πόδια σηκωµένα επάνω.

Το χτύπηµα του χεριού στο στρώµα µειώνει κατά πολύ την δύναµη της πτώσης. Το χτύπηµα αυτό πρέπει να είναι δυνατό και πολύ γρήγορο, το χέρι πρέπει αυτόµατα να αναπηδήσει στο στρώµα.

Σε καµιά περίπτωση κατά τη διάρκεια µιας πτώσης δεν πρέπει να σταυρώνονται τα πόδια. Υπάρχει µεγάλος κίνδυνος τραυµατισµού (κυρίως στα γόνατα). ∆εν πρέπει ο φόβος της πτώσης να δηµιουργεί στενή και επίµονη επαφή µε τον αντίπαλο, µε συνέπεια το τράβηγµά του στο έδαφος.

∆εν πρέπει να πέφτει ποτέ κανείς µε τη δική του προσπάθεια (αναπήδηση µετά την διάρκεια ρίψης). Σε όλες τις πτώσεις πρέπει να διατηρείται πάντα το σαγόνι κοντά στο θώρακα (εξαιρείται το Mae Ukemi). Η µελέτη µε προσοχή του βασικού µηχανισµού (αλγόριθµου) οδηγεί στο Judo No Michi (η αρχή του Judo), η οποία αποτελεί εξαίρετο µέσο εκπαίδευσης και ένα δρόµο επιτυχίας στο Shiai και στη ζωή.

Οι αναγραφόµενοι αριθµοί στον πίνακα υποδεικνύουν την καθορισµένη θέση των τεχνικών στο Go Kyo no waza (Shin-Go Kyo, καθορίστηκε το 1920). (Παράδειγµα: “1-1” είναι η 1η τεχνική του Dai-ikkyo (το πρώτο kyo)

+ Υποδεικνύει τις πρόσφατες ονοµασίες των τεχνικών 2 (καθορίστηκαν τον Απρίλιο του 1997).

“Tsurikomi-goshi” δεν συµπεριλήφθηκε στο Go Kyo no waza το 1895. Πιθανόν να συµπεριλήφθηκε το 1911.

+          Πρόσφατες ονοµασίες τεχνικών 2 (καθορίστηκαν τον Απρ. του1997). x  Αφαιρεµένη ονοµασία (Απρ.1997)

“Kuzure” στο”Yoko-shiho-gatame”, “Tate-shiho-gatame” ούτε στο “Kata-gatame”.

Στην   οµαδοποίηση αυτή εµπεριέχονται και τεχνικές που δεν ανήκουν στην επίσηµο κατάλογο του kodokan judo.

Kesa Gatame :                        Καθήλωση από τα πλάγια µε ακινητοποίηση του

Makura Kesa Gatame :           Καθήλωση µε ακινητοποίηση του κεφαλιού του

αντιπάλου πάνω στον µηρό. Kashira Kesa Gatame :                                             Το ίδιο µε το προηγούµενο. Gyaku Kesa Gatame :                                             Αντίθετη πλάγια καθήλωση.

Uki Gatame :                         Καθήλωση µε πίεση που εξασκείται µε το γόνατο

Kata Osae Gatame :                Καθήλωση µε ακινητοποίηση του απέναντι ώµου. γ. Οµάδα Kami Shiho Gatame

Kami Shiho Gatame :              Άνω κατά µήκος καθήλωση τεσσάρων

Kuzure Kami Shiho Gatame : Άνω κατά µήκος καθήλωση µε περιτύλιξη του ενός

Ura Shiho Gatame :                Άνω κατά µήκος καθήλωση µε ακινητοποίηση των

Kami Sankaku Gatame :          Κατά µήκος τριγωνική καθήλωση. δ. Οµάδα Yoko Shiho Gatame

Yoko Shiho Gatame :             Πλάγια καθήλωση των τεσσάρων κατευθύνσεων. Mune Gatame : Πλάγια καθήλωση µε το στήθος.

Tate Shiho Gatame :               Καθήλωση από πάνω των τεσσάρων διευθύνσεων. Tate Sankaku Gatame :           Τριγωνική καθήλωση από πάνω.

Β. Shime Waza :                        Τεχνικές στραγγαλισµών.

α.   Οµάδα Juji Jime :                  Σταυρωτοί στραγγαλισµοί.

Nami Juji Jime :                     Σταυρωτός στραγγαλισµός.

Gyaku Juji Jime :                   Αντίστροφος σταυρωτός στραγγαλισµός.

Kata Juji Jime :                      Σταυρωτός στραγγαλισµός µε ακινητοποίηση του

Sode Guruma :                       Στραγγαλισµός µε ψαλίδισµα των χεριών από τα

Tomoe Jime :                         Στραγγαλισµός µε περιτύλιξη.

Ebi Jime :                              Σταυρωτός στραγγαλισµός µε ακινητοποίηση του µηρού.

β.   Οµάδα Okuri Eri Jime :                                             Στραγγαλισµοί µε τα πέτα. Okuri Eri Jime :                                             Στραγγαλισµός µε τα πέτα.

Gyaku Okuri Eri Jime :           Αντίστροφος στραγγαλισµός µε τα πέτα.

Koshi Jime :                          Στραγγαλισµός µε το πέτο και πίεση που εξασκείται µε το γοφό.

γ.   Οµάδα Hadaka Jime :             Στραγγαλισµοί µε τον πήχυ.

Ushiro Jime :                         Γυµνός στραγγαλισµός από πίσω. δ.   Οµάδα Kata Te Jime :                                                   Στραγγαλισµοί µ’ ένα µόνο χέρι.

Kata Te Jime :                       Στραγγαλισµός µ’ ένα χέρι και ακινητοποίηση των

Tsukomi Jime :                      Στραγγαλισµός µε τα πέτα µε περιτύλιξη από πάνω.

Jigoku Jime :                         Στραγγαλισµός µ’ ένα χέρι µε ανατροπή του σώµατος (στραγγαλισµός του διαβόλου).

ε.   Οµάδα Kata Ha Jime :            Στραγγαλισµοί µε ακινητοποίηση του ενός χεριού.

Kata Ha Jime :                       Στραγγαλισµός µε το πέτο και ακινητοποίηση των

Kaeshi Jime :                         Στραγγαλισµός από µπροστά µε ανατροπή.

Gyaku Gaeshi Jime :               Αντίστροφος στραγγαλισµός µε ανατροπή προς τα

Othen Jime :                          Στραγγαλισµός µε κύλισµα µπροστά.

στ. Οµάδα Ashi Jime :                 Στραγγαλισµοί µε την βοήθεια των ποδιών.

Ashi Jime :                            Στραγγαλισµός δια πιέσεως που εξασκείται µε τον µηρό.

Hasami Jime :                        Στραγγαλισµός δια πιέσεως στο σβέρκο του αντιπάλου µε τη βοήθεια του µηρού.

Kagato Jime :                         Στραγγαλισµός δια πιέσεως µε τη γάµπα.

Sankaku Jime :                       Τριγωνικός στραγγαλισµός µε τα πόδια. Hidari Ashi Jime :     Στραγγαλισµός µε την αριστερή γάµπα. Kami Shiho Jime :        Στραγγαλισµός των τεσσάρων διευθύνσεων.

Kami Shiho Ashi Jime :          Στραγγαλισµός µε τη βοήθεια της γάµπας (ο

α.   Οµάδα Juji Gatame :              Εξαρθρωτικές τεχνικές σε σχήµα σταυρού. Ude Hishigi Juji Gatame :    Σταυρωτή εξαρθρωτική τεχνική στο χέρι.

Kami Ude Hishigi Juji Gatame :          Σταυρωτή εξαρθρωτική τεχνική από πάνω.

Yoko Ude Hishigi Juji Gatame :          Σταυρωτή εξαρθρωτική τεχνική µε στροφή

Gyaku Ude Hishigi Juji Gatame :        Αντίστροφη σταυρωτή εξαρθρωτική τεχνική στο χέρι.

β.   Οµάδα Ude Garami :                          Εξαρθρωτικές τεχνικές µε στροφή του χεριού.

Ude Garami :                                     Μοχλός στον αγκώνα µε τύλιγµα του λυγισµένου χεριού.

Ude Garami Henka Waza :                 Εξαρθρωτική τεχνική µε τύλιγµα του χεριού

Mune Garami :                                   Εξαρθρωτική τεχνική µε πίεση µε το στήθος

γ.   Οµάδα Ude Gatame :                         Εξαρθρωτικές τεχνικές µε έλεγχο στο τεντωµένο χέρι.

Ude Gatame :                                     Μοχλός στον τεντωµένο βραχίονα.

Hizi Maki Komi :                               Εξαρθρωτική τεχνική στο τεντωµένο βραχίονα µε περιτύλιξη από το αντίθετο χέρι.

Kuzure Hizi Maki-Komi :                   Εξαρθρωτική τεχνική στο τεντωµένο χέρι µε

περιτύλιγµα από το αντίθετο χέρι και αυτόπτωση προς τα πίσω.

Kanuki Gatame :                                Εξαρθρωτική τεχνική από όρθια θέση µε ακινητοποίηση του τεντωµένου χεριού κάτω από τη µασχάλη µε περιτύλιξη.

δ.   Οµάδα Waki Gatame :                        Εξαρθρωτικές τεχνικές µε τη βοήθεια του

Waki Gatame :                                   Εξαρθρωτική τεχνική στο τεντωµένο χέρι µε πίεση που εξασκείται από τη µασχάλη.

ε.   Οµάδα Hara Gatame :                         Εξαρθρωτικές τεχνικές µε τη βοήθεια της

Hara Gatame :                                    Εξαρθρωτική τεχνική στο τεντωµένο χέρι µε πίεση που εξασκείται µε την κοιλιακή χώρα.

στ. Οµάδα Ashi Gatame :                         Εξαρθρωτικές τεχνικές µε τη βοήθεια του

Kesa Gatame :            Εξαρθρωτική τεχνική του τεντωµένου χεριού πάνω στο

µηρό, ενώ ο αντίπαλος βρίσκεται σε πλάγια καθήλωση (Kesa Gatame).

Hiza Garami :            Εξαρθρωτική τεχνική στο τεντωµένο χέρι µε πίεση που εξασκείται µε το γόνατο.

Ashi Gatame :            Εξαρθρωτική τεχνική στο τεντωµένο χέρι µε πίεση που εξασκείται µε το πόδι περασµένο πάνω στον αγκώνα του αντιπάλου.

Με µια δυναµική έλξη του αριστερού του χεριού µπροστά, αυτός εκτελεί µία περιστροφή (πίβοτ) πάνω στο δεξί του πόδι, το οποίο είναι λυγισµένο στην άρθρωση του γονάτου και µια στροφή του σώµατος προς τ’ αριστερά, παράλληλα το δεξί του χέρι αγκαλιάζει τη µέση του Uke στο ύψος της ζώνης. Χωρίς καµία διακοπή του ελέγχου πάνω στον αντίπαλο µε την ενέργεια των χεριών και τη στροφή του σώµατος. Ο Tori µεταφέρει το αριστερό του πόδι ελαφρώς λυγισµένο µπροστά και στο εσωτερικό του αριστερού ποδιού του Uke.

και τη στροφή του σώµατος γύρω από τον κατακόρυφο άξονα, από τα δεξιά προς τα αριστερά, ο Uke ανατρέπεται µπροστά στον Tori.

Αυτή η τεχνική είναι παρόµοια µε τη ρίψη Uki-Goshi και για το λόγο αυτό µπορεί να γίνει εύκολα µεταφορά κάποιων δεξιοτήτων που έχουν ιδιοποιηθεί προηγουµένως για την εκµάθησή της.

τραβά το µανίκι του Kimono µπροστά. Με περιστροφή – “πίβοτ” πάνω στο δεξί του πόδι ο Tori εισάγει το δεξί του χέρι κάτω από την αριστερή µασχάλη του Uke, εφαρµόζοντας την παλάµη του πάνω στην ωµοπλάτη αυτού.

Με βηµατισµό του αριστερού ποδιού µπροστά στο αριστερό πόδι του Uke ο Tori µεταφέρει πάνω σ’ αυτό το κέντρο βάρος του σώµατός του. Με µια αυξηµένη κάµψη των γονάτων του ο Tori στρέφεται προς τα δεξιά τοποθετώντας και το

συστροφής των χεριών του από τα αριστερά προς τα δεξιά. Με µία δυναµική έκταση των ποδιών του ο Tori επιτυγχάνει τη ρίψη του Uke µπροστά του.

προς το εσωτερικό. Το αριστερό χέρι τραβά το δεξί µανίκι του Kimono του Uke παράλληλα µε το έδαφος, ταυτόχρονα το δεξί χέρι εγκαταλείπει το δεξί πέτο του Kimono.

Με µια αυξηµένη κάµψη του δεξιού ποδιού ο Tori πραγµατοποιεί µια περιστροφή – “πίβοτ” από τα δεξιά στ’ αριστερά, εισάγει το δεξί του χέρι κάτω από τη δεξιά µασχάλη του Uke και πλησιάζει το αριστερό πόδι στο δεξί.

κάµψη του αγκώνα µεταξύ βραχίονα και αντιβραχίονα, το δεξί βραχίονα του Uke. Στη φάση αυτή ο Tori µε τα γόνατα λυγισµένα σταθεροποιεί µια

στενή επαφή µε την κοιλιακή χώρα του αντιπάλου του, “µπλοκάροντας” µε τα δύο του χέρια τον δεξί ώµο αυτού.

Με την γρήγορη έκταση των ποδιών, την ταυτόχρονη ενέργεια έλξης προς τα κάτω των δύο χεριών και την κλίση µπροστά του κορµού, ο Uke ανατρέπεται πάνω από τον ώµο του Tori µε την πλάτη στο στρώµα.

Η τεχνική αυτή ενδείκνυται για Judoka χαµηλού ύψους και βασίζεται στις ίδιες αρχές µε

την Ippon-Seoi-Nage, µε τη διαφορά ότι το δεξί χέρι δεν εγκαταλείπει το πέτο και βοηθεί στην άρση του Uke.

το δεξί σε κάµψη πάνω στο στήθος του αντιπάλου στο ύψος του δεξιού θωρακικού µυός ανασηκώνει το πέτο του Kimono, εκτελεί περιστροφή – “πίβοτ” προς τα αριστερά και κάµπτει πολύ και τα δύο του πόδια.

πάνω στον ώµο του Uke, ο Tori ανασηκώνει και ρίχνει κάτω τον Uke.

πόδι του Uke και συγχρόνως περνά το κεφάλι του κάτω από τη δεξιά µασχάλη του Uke.

χέρι του Tori τραβά το δεξί πόδι του Uke, ο Tori εισάγει το δεξί του πόδι ανάµεσα από τα πόδια του Uke και σαρώνει από πίσω το πόδι στηρίγµατος του Uke.

Το σώµα κλίνει µπροστά και στρέφεται προς τ’ αριστερά, ενώ η δεξιά γάµπα σπαθίζει το πόδι στήριξης του Uke. Σ’ όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης της τεχνικής το βάρος του σώµατος τουTori πέφτει πάνω στο αριστερό πόδι το οποίο είναι στραµµένο µε τα δάκτυλα προς τ’ αριστερά.

το δεξί του πόδι και µε µια έλξη των δύο χεριών του από τους ώµους προς τη µέση ανατρέπει τον Uke σε σχήµα τόξου του κύκλου πάνω στο κεφάλι του µε πλάτη στο Tatami.

Αρχική θέση: Ο Tori βρίσκεται µε το δεξί του πλευρό δίπλα στην αριστερή µασχάλη του Uke. Το δεξί πόδι µπροστά, το αριστερό πίσω.

Τελική θέση: Ο Tori µπλοκάρει κάτω από την αριστερή του µασχάλη τον πήχυ του δεξιού χεριού του Uke, ενώ το δεξί του χέρι τυλίγει τον αυχένα του Uke και πιάνει το Kimono στο ύψος της δεξιάς κλείδας.

Για να υπάρχει µια καλύτερη βάση στήριξης, ο Tori τεντώνει το αριστερό του πόδι διαγώνια πίσω. Με δίπλωση του σώµατος πλάγια αριστερά ο Tori πιέζει το στήθος του Uke ακουµπώντας το κεφάλι στο δεξί µάγουλο του Uke.

Τοποθετεί τον αριστερό του πήχυ στην αριστερή ωµοπλάτη του αντιπάλου του, µε την παλάµη στραµµένη προς τα κάτω. Προσεπιθέτει τις παλάµες µε τους αντίχειρες εξωτερικά και φέρνει σ’ επαφή το δεξί του µάγουλο µε το αριστερό του Uke.

µια δυνατή έλξη προς το µέρος του Tori, η οποία πραγµατοποιείται µε το δεξί πήχυ, ενώ παράλληλα το αριστερό του γόνατο είναι σ’ επαφή µε τον αριστερό γοφό του Uke και το δεξί του µάγουλο πιέζει το µάγουλο του αντιπάλου.

Ο στραγγαλισµός Hadaka-Jime µαζί µε τον Ushiro-Jime είναι οι µόνες τεχνικές στις οποίες δεν χρησιµοποιείται    το    Kimono.                                                  Είναι µια αποτελεσµατική τεχνική, η οποία µπορεί να εκτελεσθεί από ποικίλες θέσεις.

ηµιγονάτιση ή γονάτιση στις πλάτες του Uke που είναι σ’ εδραία θέση.

δεξιά µε το αριστερό του γόνατο στο έδαφος πλησίον του δεξιού ώµου του Uke και µε το δεξί λίγο διαγώνια ακινητοποιώντας µε την κνήµη του την κοιλιακή χώρα αυτού.

Ο Uke είναι σε ύπτια κατάκλιση, ο Tori σε θέση ηµιγονάτισης µε στήριξη στο αριστερό γόνατο, το δεξί πόδι είναι κεκαµένο στην άρθρωση του γονάτου µε το πέλµα στο ύψος της λεκάνης. Το αριστερό χέρι του Tori είναι δίπλα στο σώµα του, ενώ το δεξί είναι κεκαµένο στην άρθρωση του αγκώνα και στηρίζεται µε την παλάµη πάνω στο δεξιό του γόνατο. (Θέση του Katame-No-Kata).

O Uke ανασηκώνει το δεξί του χέρι για να πιάσει το πέτο του Kimono. Ο Tori µε το δεξί του χέρι πιάνει το χέρι του Uke στο ύψος πηχεοκαρπικής άρθρωσης, ενώ µε το αριστερό χέρι του πιάνει το µανίκι του Kimono στο ύψος του αγκώνα και ταυτόχρονα µε το δεξί γόνατο πιέζει τον θώρακα του αντιπάλου του στο ύψος της µασχάλης. Με τα δύο του χέρια ο Tori ανασηκώνει προς τα πάνω και µπροστά του το δεξί χέρι του Uke, περνά το αριστερό του πόδι πάνω από το κεφάλι του Uke και πιέζει µε το πίσω µέρος της γάµπας και του µηρού του το λαιµό και το σαγόνι αυτού. Το δεξί πόδι του Tori παραµένει λυγισµένο, µε το πέλµα να έχει τοποθετηθεί κάτω από το σώµα του Uke στο ύψος της ωµοπλάτης.

Όταν ο Jigoro Kano πρωτοϊδρυσε την σχολή του, του Judo, η εκπαίδευση γινόταν βασιζόµενη σε δύο κυρίως µέρη, που ονοµάζονταν σωµατικό και διανοητικό. Η διανοητική προπόνηση αποτελούνταν από τα Hogi (διαλέξεις παραδόσεις µαθηµάτων) και από το Mondo (διαλόγους µε ερωτήσεις και απαντήσεις). Ο Kano έδινε πολύ συχνά διαλέξεις για όλα τα θέµατα του Judo και ήταν πάντα έτοιµος ν’ απαντήσει σ’ ερωτήσεις και να δοκιµάσει τις γνώσεις των µαθηµάτων του κάνοντας ασυνήθιστες ερωτήσεις.

Η σωµατική προπόνηση ήταν βασισµένη σε δύο είδη, τα οποία ήταν ίσης σηµασίας. Η καθηµερινή προπόνηση αποτελούνταν από το Randori (ελεύθερη πάλη) και τα Kata (προκαθορισµένες – κανονισµένες ακολουθίες κινήσεων). Μερικά χρόνια µετά την έναρξη του Kodokan, ήταν τόσο µεγάλη η εισροή των µαθητών, που έγινε πολύ δύσκολο να αυτοσυγκεντρωθούν και στα δύο, Kata και Randori, και έτσι τα Randori κέρδισαν περισσότερη προσοχή. Όµως, ήταν πάντοτε πρόθεση του Kano να δίνεται η ανάλογη σηµασία και στα Kata.

Κατά την διάρκεια των πρώτων τριάντα χρόνων περίπου του Kodokan, σχεδίασε πολλά Kata, από τα οποία οκτώ είναι ακόµα µέρος του συστήµατος του Judo. Ένα άτοµο µε µαύρη ζώνη στο Judo, το οποίο σέβεται τον εαυτό του δεν µπορεί να αποκαλεστεί ειδικός αν δεν κατέχει και τα οκτώ Kata. Τα Kata είναι οι “τράπεζες µνήµης” του Judo. Έχουν σχεδιαστεί ωστόσο για να δίνουν στον εκπαιδευόµενο την πλουσιότερη δυνατή εκπαίδευση στις τεχνικές και αρχές του Judo, οι οποίες δεν θα ήταν απόλυτα κατανοητές ή δεν θα µπορούσαν να έχουν πλήρη εφαρµογή στα Randori.

Είναι αδύνατον να επεξηγηθούν τα Kata σ’ ένα µόνο µικρό κεφάλαιο, αφού συνολικά περιέχουν µεγάλο αριθµό τεχνικών, αλλά γίνεται στη συνέχεια µία σύντοµη περιγραφή για το καθένα από αυτά, καθώς επίσης και µια αναφορά σχετική µε τις αρχές και τους σκοπούς αυτών.

Οι δύο αθλητές (µε άψογη ενδυµασία – Judogi) αυτοσυγκεντρώνονται για την εκτέλεση και παίρνουν θέση στο Tatami, ο ένας απέναντι από τον άλλο, σε απόσταση 4 µέτρων. Από το σηµείο αυτό γυρίζουν στις θέσεις των επισήµων – Joseki του Dojo, όπου παρακάθονται ο εξεταστής και οι επίσηµοι και χαιρετούν από όρθια θέση (Ritsn-Rei). Στη συνέχεια γυρίζουν πάλι πρόσωπο µε πρόσωπο και χαιρετιούνται µεταξύ τους στη γονατιστή θέση (Za-Rei). Μετά ανασηκώνονται και εκτελούν ένα βήµα µπροστά, ακολουθεί µια µικρή παύση και αρχίζει το αντίστοιχο Kata.

Οι µετακινήσεις στο Tatami (Shintai) εκτελούνται, ανάλογα µε την περίπτωση, µε Ayumi Ashi ή Tsugi Ashi. Όλες οι εκτελέσεις πρέπει να γίνονται µε µεγάλη ακρίβεια και τελειότητα τηρώντας αυστηρά τις αρχές του Kuzushi, Tsukuri, Kake.

Μετά από την εκτέλεση κάθε οµάδας τεχνικών, οι δύο Judoka επανέρχονται στην αρχική θέση, εκτελούν µεταβολή και τακτοποιούν την ενδυµασία τους. Το ίδιο πράγµα επαναλαµβάνεται και µε το τέλος του Kata, όπου και ακολουθεί και πάλι ο χαιρετισµός από την γονατιστή θέση και µετά ο χαιρετισµός προς τους επίσηµους από την όρθια θέση. Η βοήθεια η οποία παρέχεται από τον Uke στον Tori στην εκτέλεση ενός Kata πραγµατοποιείται µέσα της σωστής Kumi-Kata και στάσης του σώµατός τους, καθώς και από µία αντίσταση κατάλληλη για τις συγκεκριµένες εκτελέσεις. Με τον τρόπο αυτό ο Tori µπορεί να επιδείξει το βαθµό της τελειότητάς του.

Από τα kata που αναφέρονται στη συνέχεια δεν είναι όλα δηµιουργία του Kano ή του Kodokan και υπό αυτήν τη µορφή µερικά δεν είναι επίσηµα Kodokan Kata. Αξιοσηµείωτο είναι επίσης ότι τα τελευταία έξι kata στον κατάλογο που ακολουθεί, σπάνια εκτελούνται εκτός Ιαπωνίας και λίγοι judoka είναι εξοικειωµένοι µε αυτά.

Αυτό είναι ένα από τα δύο Randori Kata, το άλλο είναι το Katame No Kata. Το Nage No Kata αποτελείται από 15 ρίψεις, που χωρίζονται σε πέντε οµάδες των τριών.

Κάθε ρίψη γίνεται προς τα δεξιά και προς τα αριστερά και µε αυστηρά προκανονισµένη ακολουθία κινήσεων.

Ένα από τα ολοφάνερα πλεονεκτήµατα της εκπαίδευσης µε αυτό το Kata είναι ότι ο ασκούµενος µαθαίνει να εκτελεί ένα πλήθος ρίψεις προς τα δεξιά και αριστερά, ενώ αν ήταν αριστερός στις δικές του επιλογές στην ελεύθερη πάλη, θα µάθαινε ίσως δύο ή τρεις τεχνικές από την άλλη προς µία πλευρά. Η ουσία αυτή του Kata δεν είναι το γεγονός ότι οι 15 τεχνικές γίνονται υποχρεωτικά, αλλά ότι γίνονται πλήρως κατανοητές οι ρίψεις και οι κινητικές καταστάσεις. Αυτό το Kata είναι ο πυρήνας των πληροφοριών για ένα ουσιώδες Randori.

Οι οµάδες ρίψης του Nage No Kata είναι πέντε, ένα σύνολο 15 τεχνικών ρίψεων χωρισµένες σε 5 οµάδες των τριών. Και επειδή γίνεται λόγος για τρόπους ρίψεων θα πρέπει να είναι γνωστή η ονοµασία Waza. Οι τρόποι των ρίψεων ονοµάζονται Nage Waza ή Tatshi Waza. Είναι ασφαλώς η πιο ενδιαφέρουσα και θεαµατική οµάδα του Judo.

Οι παρακάτω οµάδες χωρίζονται σύµφωνα µε το σηµείο εκείνο, που συγκεντρώνεται όλη η δύναµη για την εκτέλεση µιας ρίψης.

Οι τεχνικές όλων των οµάδων του Nage-No-Kata θα πρέπει να εκτελούνται το ίδιο καλά και από δεξιά και από αριστερά. Ασφαλώς πρόκειται για ένα µέρος µόνο του Judo, που όµως είναι πολύ µεγάλο και σηµαντικό, η σωστή εφαρµογή του απαιτεί µακρόχρονη και σκληρή προπόνηση.

Πρόκειται για µια κατηγορία τεχνικών και µεθόδων µε τις οποίες ο αγώνας συνεχίζεται στο έδαφος. Σύνολο 15 τεχνικές στην εκτέλεση του Kata. Τεχνικές πάλης, δηλαδή Ne-Waza ή Gatame-No-Kata: πάλη µεταξύ δύο αντιπάλων στο έδαφος.

άρθρωση του αγκώνα και σε καµία άλλη άρθρωση του σώµατος. Απαραίτητος είναι και ο έλεγχος του σώµατος του αντιπάλου, ώστε να µην µπορεί να ξεφύγει.

Αυτό το Kata δηλαδή αποτελείται από τρεις οµάδες των 5 τεχνικών. Η πρώτη οµάδα αποτελείται από ακινητοποιήσεις, η δεύτερη από στραγγαλισµούς και η τρίτη από εξαρθρώσεις. Εκτός από την τελευταία τεχνική, η οποία είναι µοχλός στο γόνατο, οι άλλες τεχνικές συναντιόνται συχνά σε ελεύθερη πάλη στο έδαφος

Οι δραστηριότητες που περιλαµβάνονται στο Gatame-No-Kata είναι πάρα πολλές και σύνθετες. Αποτελούν την δεύτερη µορφή αγώνα του Judo και είναι η πιο ισχυρή µορφή του αγώνα. Η καλή επίδοση των αθλητών και στις δύο µορφές αγώνα δίνει αυτοπεποίθηση και εµπιστοσύνη για κάθε τους ενέργεια, ενώ το αντίθετο, η καλή επίδοση µόνο σε µία µορφή έχει αντίθετα αποτελέσµατα.

Τα Atemi ή τεχνικές χτυπηµάτων στο Judo συναντιούνται σ’ αυτό και σε µερικά από τα άλλα Kata χωρίς Randori. Ο Jigoro Kano πάντα περιελάµβανε λακτίσµατα και γροθιές στο Judo, αλλά ανακάλυψε ότι ήταν πολύ δύσκολο να εφαρµοστούν σε ελεύθερα πάλη, ειδικά όταν συνδυάζονταν µε ρίψεις ή έδαφος (τεχνικές στο έδαφος).  Πειραµατίστηκε µε τα Atemi σε µια προσπάθεια να δηµιουργήσει µια µέθοδο ελεύθερης πάλης, αλλά ποτέ δεν βγήκε τίποτα ικανοποιητικό. Πιθανότατα πάντοτε θα είναι δύσκολο να γίνονται ταυτόχρονα χτυπήµατα και ρίψεις, αφού τείνει να γίνεται ένα ελεύθερο στυλ πολύ περίπλοκο. Όµως ο δάσκαλος του Judo δεν θα πρέπει να παρεµποδίζεται στην προσπάθειά του να ανακαλύψει µία µέθοδο εκπαίδευσης για τους µαθητές του σχετικά µε τα παραπάνω. Το Kime No Kata είναι ένα µίγµα από όλα τα διαφορετικά είδη των τεχνικών του Judo και χωρίζεται σε δύο µέρη, το πρώτο είναι το Ιαπωνικό στυλ της γονάτισης και το δεύτερο είναι της όρθιας στάσης.

Το πρώτο µέρος αποτελείται από 8 τεχνικές και είναι µία σειρά από άµυνες σε ποικίλες επιθέσεις, συµπεριλαµβανοµένων και δύο µε µαχαίρι. Στις πιο πολλές απ’ αυτές ο αµυνόµενος αµύνεται τελικά στον επιτιθέµενο µ’ ένα Atemi χτύπηµα σ’ ένα ζωτικό σηµείο.

Το δεύτερο µέρος αποτελείται από 12 τεχνικές, πολλές από τις οποίες είναι όµοιες µ’ εκείνες του πρώτου µέρους, αλλά γίνονται στην όρθια στάση. Επιπρόσθετα, µε τον συνδυασµό των χτυπηµάτων, στραγγαλισµών και εξαρθρώσεων, οι δύο τελευταίες άµυνες είναι εναντίον ενός επιτιθέµενου µ’ ένα Γιαπωνέζικο ξίφος.

Σύµφωνα µε µία δυτική άποψη, οι τεχνικές από τη γονάτιση του πρώτου µέρους είναι περιορισµένης χρήσης, αν και ίσως είναι κατάλληλες για ανθρώπους που κάθονται σε καρέκλες. Αν και οι τεχνικές είναι περιορισµένες σε αριθµό, είναι αντιπροσωπευτικές και καλύπτουν τις πιο πολλές από τις περιπτώσεις άµυνας. Αργότερα το Kodokan αναγνωρίζοντας ίσως την ανάγκη εκσυγχρονισµού αυτό των Kata, εµφάνισε ένα νέο Kata, κάτι σαν τις σειρές αυτοάµυνας, το οποίο ονοµάστηκε Goshin Jitsu.

Όταν εκτελείται αυτό το Kata, πρέπει να γίνεται ρεαλιστικά. Ο επιτιθέµενος πρέπει να επιτίθεται πραγµατικά και όχι να εκτελεί µηχανικά κάποιες κινήσεις. Όπως σε όλα τα άλλα Kata, εννοείται ότι πρέπει να εκτελείται αµέτρητες φορές, έτσι ώστε ο επιτιθέµενος και ο αµυνόµενος να συγχρονίζονται σε µία αρµονική σε ροή και ρεαλιστική κίνηση.

Το kime no kata Kata δηµιουργήθηκε περίπου το1888 για τη µελέτη της άµυνας και της επίθεσης. Εντούτοις, µε την αλλαγή του τρόπου ζωής, έγινε απαραίτητο να βρεθεί ένα νέο kata που να ταιρίαζει περισσότερο στη σύγχρονη εποχή. Το 1956 το Kodokan καθιέρωσε το Goshin Jutsu, ένα σύνολο είκοσι µιας τεχνικών αυτοάµυνας , οι οποίες διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: Toshu (ή ενάντια σε άοπλη επίθεση) και Buki (ή ενάντια σε ένοπλη επίθεση).

Το Kata αυτό προσαρµόζει τις παλιές τεχνικές αυτοάµυνας (Kime-No-Kata) στη σηµερινή εποχή. Χρησιµοποιεί τεχνικές ρίψεων, ακινητοποιήσεων, πνιγµών, εξαρθρωτικών τεχνικών, και κτυπήµατα, για άµυνα ενάντια σε επίθεση µε γυµνά χέρια, κοντάρι, µαχαίρι,πιστόλι.

Το Ju-no-Kata καθιερώθηκε ως ένα από τα Kata του Kodokan τζούντο το 1887. Οι απαλές µετακινήσεις του σχεδιάστηκαν για να διδάξουν τις βασικές αρχές της επίθεσης και της άµυνας και να διευκολύνουν στην εκµάθηση των κυριοτέρων κινήσεων. Στις µορφές των κινήσεων του συµπεριλαµβάνονται διάφορες κινήσεις όπως κάµψεις, διατάσεις και στροφές, οι οποίες και συµβάλλουν στην φυσική κατάσταση και την αρµονική ανάπτυξη του σώµατος,

Οι τεχνικές του Kata αυτού αποτελούνται από απαλές κινήσεις, οι οποίες έχουν σκοπό να διδάξουν τον έλεγχο του σώµατος όταν επιτίθεται ή αµύνεται και πως να χρησιµοποιεί κάποιος αποτελεσµατικότερα τη δύναµή του. Αυτό το Kata σχεδιάστηκε για πολλούς λόγους. Ο Kano

καθώς είδε ότι το Judo, που εξασκούνταν πάνω σε µία µαλακή ψάθα µε ειδικά ρούχα, είχε περιορισµούς, συνδύασε µαζί µε όλα τα άλλα, ένα Kata το οποίο θα µπορούσε να εφαρµοστεί προηγούµενα χωρίς ειδικά ρούχα ή πάνω σε µία ειδική επιφάνεια. Ένα άλλο λοιπόν πλεονέκτηµα του Ju-no-Kata είναι ότι µε αυτό µπορούν να ασκηθούν άνδρες και γυναίκες,, νέοι και ηλικιωµένοι, χωρίς να πρέπει να φορεθεί το judogi.

Το Kata αυτό αποτελεί το 2ο από τα περίπλοκα Kata και περιλαµβάνει 15 τεχνικές σε 3 σετ των 5 και είναι µια σειρά από ωθήσεις, έλξεις, κάµψεις, διατάσεις, περιστροφές και στροφές σχετικές µε το Judo. Καµιά όµως από τις κινήσεις των ρίψεων δεν είναι ολοκληρωµένη

Ακόµα περισσότερο, από την άποψη της σωµατικής εκπαίδευσης διαπίστωσε ότι ειδικά το Randori, όταν εκτελούνταν σθεναρά, έτεινε να µικραίνει τους µυς και να παράγει µη αρµονικά σώµατα. Έτσι σ’ αυτό το Kata περιέλαβε έναν αριθµό κινήσεων, οι οποίες θα διέτειναν και θα ξεκούραζαν τους µυς. ∆ήλωσε ότι οι κινήσεις πρέπει να εκτελούνται µ’ ένα τρόπο χαλαρό, απαλό και αργό, γεγονός που αφήνει περιθώρια για άρρωστα και ηλικιωµένα µέλη του Kodokan να προπονούνται κι αυτά στο Judo . Θεώρησε ότι είναι χρήσιµο όχι µόνο γι’ αυτά τα άτοµα, αλλά το είδε επίσης και σαν έναν καλό τρόπο για να “βάλει σε τάξη,” ανεξέλεγκτες ή άτακτες και βίαιες κινήσεις ενός σκληρότερου και περισσότερο νευρώδη αντιπάλου.

Οι κινήσεις δεν είναι µόνο µια σειρά από καλαίσθητες γυµναστικές ασκήσεις αλλά συµπεριλαµβάνουν τις βασικές κινήσεις του Judo, επεξηγώντας τις αρχές της επίθεσης και της άµυνας.

Οι κινήσεις σ’ αυτό το Kata είναι έκφραση των κινήσεων του Judo που µοιάζουν µε τις κινήσεις του νερού, καθιερώθηκε ως ένα από τα Kata του Kodokan τζούντο το 1887, εµπευσµένο από δυνάµεις της φύσης τις οποίες ο Kano θέλησε να αποδώσει µέσω του τζούντο.

∆εν υπάρχουν ονόµατα για τις τεχνικές  του. Το     Itsutsu-no-Kata περιλαµβάνει όλες τις θεµελιώδεις αρχές του άµυνας και επίθεσης σε σχέση µε τα φυσικά φαινόµενα.

Η πρώτη κίνηση (συνεχής επίθεση) είναι σαν το τρεχούµενο νερό, το οποίο αν και από την φύση του είναι πολύ ήρεµο, µπορεί στο τέλος να διαβρώσει (κατακερµατίσει) και τον µεγαλύτερο βράχο. Κατά τον ίδιο τρόπο στο Judo µπορεί κάποιος να υπερισχύσει του άλλου, χωρίς να υπολογίσειτο πόσο δυνατός είναι ο αντίπαλος, απλά και µόνο χρησιµοποιώντας λογικά την δύναµή του µε αδιάκοπες επιθέσεις.

Η δεύτερη κίνηση (χρησιµοποίηση της ενέργειας του αντιπάλου) µοιάζει µ’ ένα αγριεµένο κύµα, συµβολίζοντας την ένταση και την ορµή µιας προκαταρκτικής επίθεσης. Εάν κάποιος προσπαθήσει να αντιµετωπίσει µια πολύ δυνατή επίθεση από έναν πολύ µεγαλύτερο αντίπαλο, σίγουρα θα πέσει κάτω, µε τον ίδιο τρόπο όπως ένα τεράστιο κύµα θα παραµέριζε οτιδήποτε στο πέρασµά του. Αλλά, εάν κάποιος αποφύγει προς πλάγια την κατ’ ευθείαν ορµή, όχι µόνο δεν θα ηττηθεί, αλλά αυτή η δύναµη θα αντιστραφεί προς όφελός του.

Η τρίτη κίνηση αποτελεί συνέχεια της αποφυγής και προσδίδει στη δύναµη του αντιπάλου την κυκλική τροχιά, όπως ο άνεµος που στροβιλίζει, προκαλώντας την ανατροπή του.

Η τέταρτη κίνηση είναι παρόµοια µε την εξουδετέρωση ενός µεγάλου κύµατος, το οποίο µόλις έχει συντριβεί στην παραλία και κυλά προς τα πίσω. Έτσι όταν ο αντίπαλος επιτίθεται σε µια µοναδική επίθεση µε τη µέγιστη δύναµη του και αυτοσυγκέντρωση, η σταθερή άµυνα µπορεί να “σπάσει” την επίθεση του και ο αντίπαλος να καταβληθεί.

Η πέµπτη κίνηση µοιάζει µε ένα γιγάντιο κύµα, το οποίο πρόκειται να περάσει πάνω από κάποιο άλλο. Κατά τον ίδιο τρόπο που κάποιος µπορεί να αποφύγει την δύναµη ενός κύµατος βουτώντας κάτω απ’ αυτό, έτσι και κάποιος µπορεί να νικήσει µια µέγιστη αντίσταση και µία αναπόφευκτη δύναµη “βουτώντας” ακριβώς µέσα της και κάτω της την τελευταία στιγµή, διακυβεύοντας τα πάντα στην µάχη.

Ανακεφαλαιώνοντας, οι 5 αρχές του Itsutsu-No-Kata είναι οι εξής:

Αυτό το Kata λέγεται ότι είναι το πιο δύσκολο στην εκτέλεσή του, περισσότερο λόγω της συµβολικής του φύσης.

Αυτό είναι ένα Kata από το στυλ Kito του Ju-Jitsu, στο οποίο ο Kano ασκήθηκε πριν το τζούντο και ήταν δάσκαλος. Επινοήθηκε σαν ένα Kata το οποίο ήταν γνωστό σαν “Yoroi Humi Uchi” ή “Οπλισµένο άρπαγµα”. Όταν οι αρχαίοι Σαµουράι µάχονταν στο πεδίο της µάχης, ήταν οπλισµένοι, αν και ελαφρά σύµφωνα µε τα ευρωπαϊκά δεδοµένα, αλλά ωστόσο βαριά και δυσκίνητα. Τα λακτίσµατα και οι γροθιές ήταν δύσκολο να εκτελεστούν, εξαιτίας του εξοπλισµού και έτσι µια σειρά από τεχνικά ορισµένες ρίψεις επινοήθηκαν για την πάλη σώµα µε σώµα. Αυτό ονοµάστηκε Yoroi-Humi-Uchi. Οι κινήσεις στο Kata αυτό εκτελούνται αργά προς µίµηση των κινήσεων µε οπλισµό και όλο το Kata είναι απλό και περιορισµένου τεχνικού περιεχοµένου.

Εκτός από τις τεχνικές που επεξηγούσαν τις αρχές των ρίψεων του Judo, το Kata χρησιµοποιήθηκε και σαν µέσο εκπαίδευσης του Hontai. Αυτό είναι µία κατάσταση του µυαλού η οποία ήταν πολύ πολύτιµη στο σχολείο του Kito-Ju-Jitsu. Εννοεί, ότι πρέπει να έχει κάποιος ανεπηρέαστο “διανοητικό κέντρο”, ώστε να αγνοεί τι συµβαίνει γύρω του και να µπορεί να αυτοσυγκεντρώνεται. Αυτό έχει ειπωθεί ότι είναι η βάση µιας αληθινής νίκης.

Το Kata γίνεται σε δύο µέρη, Omote και Ura (µπροστά και πίσω) και η διανοητική στάση του καθενός είναι διαφορετική.

Στο µέρος Omote των 14 τεχνικών, ο ασκούµενος πρέπει να ξεχάσει τον αντίπαλο, την νίκη ή την ήττα. Πρέπει να αυτοσυγκεντρώνεται στον εαυτό του, διατηρώντας την σκέψη του γαλήνια και ήρεµη. Επιπρόσθετα, πρέπει να ελέγχει την διέγερση και την µείωση της προσοχής του στην κάθε τεχνική, γνωρίζοντας καλά τα διαλείµµατα µεταξύ των κινήσεων.

Στο δεύτερο µέρος, η ενέργεια πρέπει να ρέει σαν νερό στην πληµµύρα, χωρίς διαλείµµατα µεταξύ των µεµονωµένων τεχνικών. Οι 7 τεχνικές πρέπει να είναι γρήγορες, δυνατές και συνεχόµενες και το µυαλό πρέπει ν’ ακολουθεί τον ρυθµό αυτών.

Ακριβώς τη στιγµή που ένας από τους δύο αντιπάλους επιτίθεται, ο άλλος έχοντας προβλέψει την κίνηση αυτή, αντιδρά εφαρµόζοντας κάποια άλλη τεχνική που συνήθως είναι η αντιτεχνική αυτής που εφαρµόζει ο επιτιθέµενος αντίπαλός του. Φαίνεται, λοιπόν, πως τα Gonosen-No-Kata είναι το αντίθετο των Renraku-Waza.

Εκµεταλλευόµενος την κίνηση του αντιπάλου του, που την έχει ήδη προβλέψει, εκτελεί τεχνική στην κατεύθυνση που κινείται ο αντίπαλός τους. Το Kata αυτό, µαζί µε το Nage-No- Kata και Katame-No-Kata, αποτελούν το Rantori No-Kata, δηλαδή τεχνικές του Judo που χρησιµοποιούνται κυρίως στους αγώνες.

Kaeshi waza είναι τεχνικές κόντρας ή αντεπίθεσης. Αυτό το kata χρησιµοποιήθηκε από τον Yukio Tani, ο οποίος δίδαξε το τζούντο στη Μεγάλη Βρετανία για περίπου 50 έτη έως ότου πέθανε το 1950, όπως και ο µαθητής του MasutaroOtani. ∆εν είναι ένα αναγνωρισµένο kata του Kodokan.

Αυτό το kata δηµιουργήθηκε από τον Kyuzo Mifune, δέκατο Dan, στο Kodokan µετά από τον Β! παγκόσµιο πόλεµο. ∆εν είναι ένα αναγνωρισµένο kata του Kodokan και αναφέρεται µερικές φορές ως Nage Ura no Kata or Gonosen-no-Kata. Είναι µια µελέτη του Kaeshi Waza, ή των τεχνικών αντεπίθεσης – κόντρας του judo.

Για την τεχνική uchimata, ή κόντρα σήµερα θα λεγόταν uchimata sukashi παρά tai otoshi. Για την τεχνική hane goshi, ή κόντρα σήµερα θα λεγόταν hane goshi gaeshi παρά kari gaeshi. * Αναφέρεται επίσης και σαν Ouchi Gari µε κόντρα Tomoe Nage (αριστερό)

Αυτό το Kata έχει δύο λειτουργίες. Η πρώτη, όπως υποδηλώνει και η ονοµασία της, είναι µια σειρά γυµναστικών ασκήσεων που πρέπει να γίνουν πριν το Randori. Η άλλη είναι να κάνει τον Judoka να προπονηθεί στο Atemi, το οποίο αλλιώς δεν θα εκτελούσε πολύ κατά το Randori.

Ο Kano λέει στο µοναδικό του βιβλίο για το Judo (Judo Kyohon): “Είναι µια αρχή σωµατικής εκπαίδευσης ώστε να προετοιµάζεται κανείς για δύσκολες ασκήσεις κάνοντας “ευλύγιστες” και ισορροπηµένες ασκήσεις πριν την πιθανή µονόπλευρη άσκηση”. Στη συνέχεια προτείνει να γίνεται αυτή η ισορροπηµένη µορφή προθέρµανσης πριν το Randori,. Πίστευε ότι οι Judoka οι οποίοι εξασκούνταν πιο πολύ στο Randori δεν θα έπρεπε να ξεχνούν το Atemi και έτσι δηµιούργησε αυτές τις ασκήσεις µε τη µορφή του Atemi.

Αυτό το Kata µοιάζει πολύ µε Kata του Karate και είναι απόδειξη το γεγονός ότι ο Kano περιελάµβανε τεχνικές χτυπηµάτων στο Judo του. Το Kata χωρίζεται σε δύο µέρη: Το πρώτο µέρος γίνεται ατοµικά και το δεύτερο µέρος µε συνασκούµενο. Το πρώτο µέρος αποτελείται από µία σειρά 28 κινήσεων. Είκοσι τρεις από αυτές είναι τεχνικές χτυπηµάτων µε τα χέρια και 5 µε λακτίσµατα..

Το δεύτερο µέρος, αποτελούµενο από 2 χ 10 τεχνικές, Kime Shiki + Ju Shiki είναι µία σειρά από αποφυγές και αντεπιθέσεις µε γροθιές σε ποικίλες επιθέσεις και λαβές – πιασίµατα. Αν και αυτό είναι επίσηµο Kata γίνεται σπανίως, γεγονός που δείχνει την δυσκολία που είχε το Kodokan στην µίξη τεχνικών µε χτυπήµατα και λαβές – “πιασίµατα”.

•     Αυτή η οµάδα ασκήσεων αποτελείται από δέκα τεχνικές του Ju-no-Kata.

•      Οι τεχνικές εκτελούνται όπως στο kata και η αρχική απόσταση είναι περίπου στα 2 µέτρα.

Είναι σηµαντικό να κάνει κανείς όλες τις κινήσεις στα διάφορα Kata σωστά και µε ζωντάνια. Πρέπει να ασκείται πολλές φορές και πολύ προσεκτικά. Ο ασκούµενος δεν πρέπει να είναι γνώστης µόνο των δικών του κινήσεων, αλλά και εκείνων του συνασκούµενού του. Όταν ένα Kata εκτελείται κανονικά είναι σαν να υπάρχει µία αόρατη κλωστή που ενώνει τα δύο άτοµα και που ποτέ δεν επιτρέπει σε κανένα να χαλαρώσει.

Το Kime Shiki (αναθεωρήθηκε από τους Sumiyuki Kotani, Yoshimi Osawa και Yuichi Hirose το 1968 ), όπως και Ju Shiki εκτελούνται και σαν Kata ξεχωριστά.

Νεότερο Kata, το οποίο είναι φτιαγµένο για αυτοάµυνα αποκλειστικά για γυναίκες. Αυτό το kata δηµιουργήθηκε το 1943 και δηµιουργήθηκε από το δεύτερο Πρόεδρο του ιδρύµατος τζούντο του Kodokan, τον Jiro Nango, ο οποίος ήταν ανηψιός του Kano και ανέλαβε τη διεύθυνση του Kodokan αφότου πέθανε αυτός. ∆ιοίκησε το Kodokan κατά τη διάρκεια του

Β΄παγκόσµιου πολέµου.  Ο Jiro  Nango  κατασκεύασε το Joshi  Goshinho  επειδή σκέφτηκε ότι υπήρχε ανάγκη να διατηρηθούν οι αµυντικές τεχνικές για τις γυναίκες στο τµήµα των γυναικών του Kodokan κατά τη διάρκεια του Β΄παγκόσµιου πολέµου.”

Το Go-no- kata είναι ένα από το παλαιότερα kata του τζούντο του Kodokan,

δηµιουργήθηκε το 1887 και θεωρείται ότι είναι το συµπληρωµατικό kata στο Ju-no-Kata (το go σηµαίνει σκληρότητα, δύναµη και το ju σηµαίνει απαλότητα, ηπιότητα, ευλυγισία, υποχώρηση). Αρχικά το kata λεγόταν GoJu no Kata (της δύναµης και της ευλυγισίας).  Το αρχικό Go-no-

kata έχει χαθεί. Σήµερα διδάσκεται ή ασκείται σπάνια ακόµη και στο Kodokan.  Ο πιο γνωστός δάσκαλος του Go-no-Kata

είναι ο Ιάπωνας sensei (Sensei Toshiyasu Ochiai) ο οποίος εκτελεί τακτικά και διδάσκει το kata

στο dojo machi στο Τόκιο, ενώ δεν είναι γνωστοί δάσκαλοι για αυτό εκτός Ιαπωνίας.

Τα τελευταία χρόνια διάφοροι δάσκαλοι έχουν αναπτύξει και έχουν επιδείξει το δικό τους Go–no–Kata για να επεξηγήσουν τις αρχές της δύναµης. Εντούτοις γενικά υπάρχει λίγη οµοιότητα µεταξύ αυτού του kata και της αρχικής µορφής του kata του Kodokan. Το Go-no- Kata αποτελείται από τις δέκα τεχνικές του διπλανού πίνακα, από τις οποίες οι τρείς

επαναλαµβάνονται µε διαφορετικό τρόπο εισόδου (irimi) στην τεχνική. Οι τεχνικές όλες εκτελούνται από jigotai (αµυντική στάση) χωρίς λαβές στον ιµατισµό. Το kata περιέχει επίσης και παραδείγµατα από Renraku Waza (συνδυασµοί) και Kaeshi Waza (αντιτεχνικές), τα οποία και αποδίδουν µια πληρότητα στην εξάσκηση του. ∆εδοµένου ότι οι τεχνικές του δεν ολοκληρώνονται µε ukemi (πτώσεις), όπως και στο Ju-no-Kata, είναι κατάλληλο στην πρακτική για τους αρχαρίους.

Υπήρξαν επίσης αρκετά Renkoho no Kata. Renkoho είναι οι µέθοδοι της σύλληψης. Το παλαιό Renkoho no Kata περιλαµβάνει torinawa ή hojo jutsu, το οποίο σηµαίνει δένω µε σχοινί. Παλαιότερα η αστυνοµία δεν είχε τις χειροπέδες οι αστυνοµικοί έφεραν ένα κοµµάτι του σχοινιού, ή διάφορα κοµµάτια του σχοινιού στη ζώνη τους. Αυτοί έριχναν γρήγορα κάτω το πρόσωπο που ήθελαν να συλλάβουν και µε γρήγορες κινήσεις τους έδεναν για να τους µεταφέρουν στη φυλακή.

Σε πιο σύγχρονες εκδόσεις του αυτό αποβλέπει όχι µόνο την προστασία από κακοποιούς, αλλά και των έλεγχο αυτών για όσο χρόνο απαιτείται. Εφαρµόζει γνώσεις από το Nage no Kata, το Katame no Kata και το Kime no Kata µε σκοπό την εξοικείωση µε τις τεχνικές αυτές για τον ανωτέρω σκοπό, αλλά και την αποφυγή της χρησιµοποίησης όπλων.

Ένα από τα τρία παραδοσιακά αντικείµενα του Judo είναι το Shobu. Το ιαπωνικό λεξικό το ερµηνεύει σαν “νίκη και ήττα”. Ο Kano το εξήγησε σαν: “τεχνικές που επιτρέπουν σε κάποιον να ελέγχει το σώµα του και να µην ελέγχεται από άλλους”. Τον έλεγχο τον ερµηνεύει σαν “έχοντας την ικανότητα να σκοτώνει, να ακρωτηριάζει ή να αναχαιτίζει κάποιον άλλο”.

Αυτό το σηµείο έχει γίνει διότι, στα πιο πρόσφατα χρόνια, µερικοί ισχυρίστηκαν ότι το

Judo δεν έχει καµιά σχέση µε την αυτοάµυνα, ότι είναι απλά ένα άθληµα.

Το πλήρες σύστηµα του Judo είναι πολύ χρήσιµο για την αυτοάµυνα. Απ’ την µια πλευρά υπάρχουν τα Kata που διδάσκουν και εκπαιδεύουν τον ασκούµενο σε µια µεγάλη ποικιλία ρίψεων µοχλών, λακτισµάτων και γροθιών σε διαφορετικές περιπτώσεις και καλλιεργούν την κατάλληλη διανοητική στάση. Και από την άλλη πλευρά, υπάρχει η µέθοδος της εξάσκησης του Randori “η οποία προσθέτει το τσιµέντο στα τούβλα”.

Η ελεύθερη πάλη αναπτύσσει την δύναµη, την σταθερότητα, το κουράγιο, την ικανότητα αντοχής στον πόνο, την επιδεξιότητα να ρίχνει κανείς και να αποτρέπει µοχλούς στα χέρια ή στραγγαλισµούς. Η ελεύθερη πάλη επίσης καλλιεργεί τις ιδιότητες της διαίσθησης, της εµπειρίας, της αυτοπεποίθησης, καθώς και την ικανότητα να ενεργεί κανείς γρήγορα. Κάθε σύστηµα αυτοάµυνας που δεν έχει µέθοδο εκπαίδευσης µε ελεύθερη πάλη είναι ατελές και τεχνητό.

Όµως, πιθανότατα οι περισσότεροι άνθρωποι που κάνουν Judo να εξασκούνται µόνο στην ελεύθερη πάλη, αυτό µε κανένα τρόπο δεν τους κάνει καλούς στην αυτοάµυνα. Το Randori πρέπει να τροποποιείται ελαφρώς για να γίνει χρήσιµο.

Κατ’ αρχήν, πρέπει διαρκώς να παρακολουθείται το άλλο άτοµο. Πάντα να υπάρχει οπτική επαφή µε τον αντίπαλό του και ποτέ να µην του γυρίζει κανείς την πλάτη. Το επόµενο σπουδαίο πράγµα που πρέπει να θυµάται είναι, ότι στο Randori που είναι προσανατολισµένο στην αυτοάµυνα, η µάχη αρχίζει σε απόσταση αναπνοής. Πολλοί Judoka είναι συνηθισµένοι στην ελεύθερη πάλη µόνο αφού έχουν γίνει Kumi-Kata “πιασίµατα” στα Kimono των άλλων. Εάν έκαναν αυτό στην αυτοάµυνα, θα τους καθιστούσε ευάλωτους σε γροθιές και λακτίσµατα. Στο καλό αγωνιστικό Judo, η µάχη αρχίζει όταν οι δύο αγωνιζόµενοι µπορούν ν’ ακουµπήσουν ο ένας τον άλλο, σε απόσταση αναπνοής και αυτός είναι ο τρόπος που πρέπει να διεξάγεται ένα Randori. Στην περίπτωση που η λαβή έχει επιτευχθεί από αυτήν την απόσταση, θα πρέπει να γίνει συνήθεια να ρίχνει κανείς µε µία γρήγορη επίθεση.

Το στυλ ορισµένων Judoka που επιτίθενται µε ελιγµούς και τυχαίες επιθέσεις δεν είναι καλό για την αυτοάµυνα. Οι επιθέσεις πρέπει να είναι αιφνίδιες και άµεσες, αποτρέποντας συνεχώς την Kumi-Kata του αντιπάλου. Έχοντας τη δική του Kumi-Kata ο Judoka έχει ένα µεγάλο πλεονέκτηµα. Όχι µόνο κάνει το Judo του, αλλά µπορεί να ελέγχει τον άλλον ελέγχοντάς του την ισορροπία. Ένα άτοµο χωρίς ισορροπία είναι ανίκανο να γρονθοκοπήσει ή να κλωτσήσει.

Το ίδιο το Judo πρέπει να εκτελείται ελαφρώς διαφορετικά κατά την αυτοάµυνα. Μια τεχνική για παράδειγµα, η οποία βασίζεται σε µια ειδική Kumi Kata, ίσως να µην είναι πολύ καλή στους δρόµους, όταν ο επιτιθέµενος είναι ελαφρά ντυµένος.  Είναι καλό να γίνεται

εξάσκηση του Judo περιστασιακά χωρίς τα Kimono. Αν µπορεί κανείς να ρίξει κάποιο άτοµο, το οποίο δεν φορά σακάκι, είναι σε θέση να ρίξει κάποιον στον δρόµο.

Είναι επίσης απαραίτητο να εκτελούνται οι τεχνικές µε αυτοσυγκέντρωση. Αυτό διότι πρέπει να είναι κάποιος σε θέση να εκτελέσει την ρίψη του έτσι ώστε να εξουδετερώσει πλήρως τον αντίπαλο “νοκ άουτ”, αν είναι απαραίτητο. Τεχνικές οι οποίες κυλούν τον αντίπαλο στο πάτωµα δεν είναι καλές.

∆εν πρέπει να επιχειρούνται τεχνικές αυτοθυσίας (Sutemi Waza), µια που είναι ένας γενικός κανόνας της αυτοάµυνας να στέκεται κανείς στα πόδια του. Οι µοχλοί – για να είναι αποτελεσµατικοί -, πρέπει να εκτελούνται ως το τέλος, διότι αν δεν βγει εκτός λειτουργίας το χέρι, ο επιτιθέµενος θα συνεχίσει να επιτίθεται (Hoare, S. 1980). Φυσικά, οι δυνατές ρίψεις, οι µοχλοί και οι στραγγαλισµοί µέχρι εσχάτων, δεν είναι για τα Randori στο σύλλογο, αλλά µόνο για καταστάσεις στις οποίες είναι κανείς αναγκασµένος να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Συµπερασµατικά, στο αγωνιστικό στυλ του Randori πρέπει να εξασκείται επίσης κανείς και στα Kata χωρίς Randori, ιδιαίτερα δε στο Kime No Kata, το Koshiki No Kata, το Ju No Kata και στο Seiryoku-Zenyo Kokumin Taiiku No Kata. Αυτά θα δώσουν τη βάση για τις τεχνικές του Judo µε χτυπήµατα και τις ειδικές περιπτώσεις αυτοάµυνας.

Όπως και στα άλλα αθλήµατα, έτσι και στο Judo, µπορεί να αρχίσει η εκπαίδευση των παιδιών από µικρή ηλικία, λαµβάνοντας φυσικά υπ’ όψη τις διάφορες µεταβολές που συµβαίνουν στον οργανισµό του παιδιού στη διάρκεια της ανάπτυξής του. Γνωρίζοντας τα χαρακτηριστικά της ηλικίας των παιδιών και δουλεύοντας µε προσοχή, µπορεί να αρχίσει η εκπαίδευση αυτών στην ηλικία των 10-11 ετών, ηλικία που ανταποκρίνεται στην ∆’ τάξη του

Η αποτελεσµατικότητα της χρήσης των µέσων του Judo στη Σ.Φ.Α., φαίνεται από τα αποτελέσµατα σε µερικές χώρες όπου το άθληµα αυτό συµπεριλαµβάνεται στα προγράµµατα της Σ.Φ.Α. (π.χ. στην Ιαπωνία και τελευταία πειραµατικά σε µερικά σχολεία των ΗΠΑ, όπου το περιεχόµενο της Σ.Φ.Α. βασίζεται κυρίως σε στοιχεία χαρακτηριστικά του Judo).

Η χρήση των στοιχειών του Judo στο µάθηµα της Φ.Α. δεν πρέπει να εξαιρεί τα άλλα µέρη του σχολικού προγραµµατισµού, αλλά να συµπληρώνει τις ασκήσεις που χρησιµοποιούνται για την ανάπτυξη και διαµόρφωση του σώµατος, ενδυνάµωση του οργανισµού, καθώς και ανάπτυξη των φυσικών ικανοτήτων.

Οι χαρακτηριστικές του Judo ασκήσεις δεν πρέπει να αποτελούν το κυρίως θέµα του µαθήµατος, αλλά σκοπός τους είναι να συµπληρώνουν και να διαφοροποιούν τα µέσα που χρησιµοποιούνται στο µάθηµα, µε σκοπό την αύξηση του βιολογικού δυναµισµού των µαθητών. Οι ασκήσεις του Judo πρέπει να βοηθούν στην πραγµατοποίηση των σκοπών της Σ.Φ.Α..

Τα στοιχεία του Judo στη Φ.Α. µπορούν να συµπεριληφθούν σε όλα τα µέρη του µαθήµατος.

Στις ασκήσεις για την τελειοποίηση των φυσικών ικανοτήτων. Λαµβάνοντας υπ’ όψη την ιδιοµορφία αυτών των ασκήσεων, πρέπει ο καθηγητής Φ.Α. να έχει κατά νου τα εξής:

του οργανισµού (αναπνοή, κυκλοφορία, µεγάλων µυϊκών οµάδων).

Με βάση τα παραπάνω, µπορούν να σχηµατισθούν διάφορες οµάδες ασκήσεων:

Όλες αυτές οι ασκήσεις µπορούν να χρησιµοποιηθούν σε µαθητές της ∆’ τάξης του

∆ηµοτικού µέχρι και την τελευταία τάξη του Λυκείου. Η διαφοροποίηση των ασκήσεων για την κάθε τάξη µαθητών γίνεται όσον αφορά τον αριθµό των επαναλήψεων, τη διάρκειά τους, την επιβάρυνση, την επιλογή διαφορετικού συνασκούµενου, λαµβάνοντας υπ’ όψη τα χαρακτηριστικά της τάξης (συνόλου) και τα ατοµικά χαρακτηριστικά του κάθε µαθητού.

Με βάση τα προηγούµενα, στη συνέχεια παρατίθενται µερικές ασκήσεις που επηρεάζουν τις φυσικές ικανότητες και µπορούν να χρησιµοποιηθούν από τον καθηγητή της Φ.Α. κατά τη διάρκεια της προθέρµανσης.

Επιτρέπεται το σπρώξιµο-ώθηση και το τράβηγµα-έλξη από τη φόρµα. (Στα πιο µεγάλα παιδιά και η λαβή-πιάσιµο από τα πόδια). Όποιος ακουµπήσει το στρώµα µε το χέρι, βγαίνει από το παιχνίδι. Εκείνος που θα µείνει τελευταίος, είναι και ο νικητής.

Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο οµάδες. Η µπάλα τοποθετείται στο κέντρο των στρωµάτων. Με το σύνθηµα του καθηγητή, αρχίζει το παιχνίδι. Όποια οµάδα κατορθώσει, κτυπώντας την µπάλα µε τα πόδια, να την περάσει πίσω από την γραµµή των τελευταίων στρωµάτων της αντίπαλης οµάδας περισσότερες φορές σ’ ένα καθορισµένο χρόνο, κερδίζει το παιχνίδι. Αναλόγως µε τους µαθητές µπορεί να επιτραπεί και το σπρώξιµο µε τον ώµο του αντιπάλου.

Τα παιδιά είναι διασκορπισµένα πάνω στα στρώµατα. Στο σύνθηµα του καθηγητή αρχίζουν να µετακινούνται πάνω στα στρώµατα µε αλµατάκια στο πόδι που τους υποδεικνύεται. Ο κάθε µαθητής προσπαθεί, µε τα χέρια δεµένα πίσω από την πλάτη, να σπάσει την ισορροπία του άλλου ή να τον αποφύγει. Όποιος ακουµπήσει το πόδι του στο στρώµα βγαίνει από το παιχνίδι. Το πόδι στήριξης αλλάζει µόνο όταν επιτραπεί από τον καθηγητή.

Παραλλαγή του παιχνιδιού αυτού: α. Με αλµατάκια και στα δύο πόδια.

Το παιχνίδι αρχίζει µε το παράγγελµα του καθηγητή, µε τρέξιµο ελαφρό στα στρώµατα προς όλες τις κατευθύνσεις. Υποδεικνύεται στους µαθητές η θέση των χεριών. Τεντωµένα µπροστά, στην έκταση, ανάταση, ανάκαµψη κ.λπ..Στην µετακίνησή τους τα παιδιά, δεν επιτρέπεται να αγγίζουν τους άλλους.

Οποίος αγγίξει τον άλλο, δέχεται κάποια ποινή (κάµψεις, αλµατάκια κ.λπ.).

Σιγά-σιγά περιορίζεται ο χώρος, αυξάνοντας το βαθµό δυσκολίας του παιχνιδιού.

Τα παιδιά είναι συγκεντρωµένα στην άκρη της µιας πλευράς των στρωµάτων, σε θέση κάθισµα βαθύ. Στο παράγγελµα του καθηγητή ξεκινούν µε κατεύθυνση την απέναντι πλευρά των στρωµάτων. Σε ανύποπτο χρόνο ο καθηγητής δίνει σύνθηµα για αλλαγή στο τρέξιµο ταχύτητας κ.λπ.. Ο τελευταίος ή οι τελευταίοι δέχονται διάφορες ποινές. Επίσης, όποιοι καθυστερούν να εκτελέσουν τις εντολές του καθηγητή, δέχονται κάποιες ποινές.

Τα παιδιά τοποθετούνται σε σειρά το ένα πίσω από το άλλο.

Το κάθε παιδί αγκαλιάζει τη µέση του µπροστινού παιδιού µε τα χέρια του, δένοντας τα δάκτυλά του. Στο παράγγελµα του καθηγητή, το παιδί που βρίσκεται µπροστά, προσπαθεί µε τρέξιµο, πότε από την µία πλευρά και πότε από την άλλη, να ακουµπήσει τον τελευταίο της σειράς. Ο τελευταίος προσπαθεί να αποφύγει το πιάσιµο του πρώτου. Αυτοί οι δύο µε την κίνησή τους παρασύρουν και τους υπόλοιπους. Αν ο πρώτος ακουµπήσει τον τελευταίο, αλλάζουν ρόλους.

Σχηµατίζεται πάνω στα στρώµατα ένα τετράγωνο. Οι µαθητές χωρίζονται σε δύο οµάδες και τοποθετούνται η µία απέναντι από την άλλη. Οι οµάδες χαιρετούν η µία την άλλη, µε υπόκλιση.

Με το παράγγελµα τα παιδιά µπαίνουν στο τετράγωνο και προσπαθεί η κάθε µία οµάδα να βγάλει έξω από το τετράγωνο τους παίκτες της αντίπαλης οµάδας. Επιτρέπεται το σπρώξιµο και τράβηγµα από τη φόρµα (kimono). Απαγορεύονται τα κτυπήµατα και οι οποιεσδήποτε βιαιότητες.

Κερδίζει η οµάδα που µένει το λιγότερο µε έναν παίκτη στο τετράγωνο.

Η διάρκεια των παιχνιδιών κανονίζεται ανάλογα από το θέµα και την διάρκεια του µαθήµατος. Συνήθως το κάθε παιχνίδι διαρκεί 2-4 λεπτά.

∆ύο παίκτες. Σκοπός: Ταχύτητα αντίδρασης, ταχύτητα εκτέλεσης, επιδεξιότητα.

∆ύο παίκτες στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλο ξυπόλητοι. Με το παράγγελµα προσπαθούν να πατήσει ο καθένας τις µύτες των ποδιών του άλλου. Εκείνος που το κατορθώνει, παίρνει ένα βαθµό. ∆εν επιτρέπεται η χρήση των χεριών και του σώµατος, κατά τη διάρκεια της µάχης. Ο ρόλος του διαιτητή είναι δύσκολος και γι’ αυτό το παιχνίδι στηρίζεται και στην ειλικρίνεια των παικτών, οι οποίοι και πρέπει να αναγνωρίζουν τις επιτυχηµένες προσπάθειες του άλλου.

Θεωρούνται επιτυχηµένες οι προσπάθειες, στις οποίες το πάτηµα είναι ξεκάθαρο.

Παραλλαγή: Θεωρείται επιτυχία µόνο το πάτηµα του δεξιού ποδιού ή µόνο του αριστερού.

Παραλλαγή: Θεωρείται επιτυχία µόνο η επαφή του αριστερού ή δεξιού ποδιού.

∆ύο παίκτες ο ένας απέναντι στον άλλο σε απόσταση 1,5 µ. Το παιχνίδι αρχίζει µε παράγγελµα. Σκοπός του κάθε παίκτη είναι να αγγίξει µε το χέρι του τον αντίπαλό του πάνω από τα γόνατα. Το παιχνίδι απαιτεί ταχύτητα και επιδεξιότητα. Κάθε κτύπηµα βαθµολογείται µε ένα βαθµό. ∆εν επιτρέπεται το πιάσιµο του χεριού του άλλου.

Παραλλαγή: Λαµβάνοντας υπ’ όψη µόνο τις επαφές µε το δεξί ή αριστερό χέρι.

∆ύο παίκτες ο ένας απέναντι στον άλλο. Με το σύνθηµα προσπαθεί ο καθ’ ένας να φθάσει στην πλάτη του άλλου και να τον αγκαλιάσει από τη µέση. Κερδίζει αυτός που το επιτυγχάνει πρώτος.

∆ύο παίκτες στέκονται πρόσωπο µε πρόσωπο µε τα πέλµατά τους σε κοντινή απόσταση. Τα χέρια είναι λυγισµένα µε τις παλάµες να βλέπουν εµπρός. Ο καθ’ ένας σπρώχνει τις παλάµες του άλλου, προσπαθώντας να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του. Ο παίκτης, ο οποίος σηκώνει ή κινεί το πόδι του, χάνει.

Παραλλαγή: ∆ύο παίκτες ο ένας δίπλα στον άλλο, µε τα πόδια σε διάσταση (το δεξί πόδι του ενός είναι δίπλα στο δεξί πόδι του άλλου). Οι παίκτες πιάνονται µε το δεξί τους χέρι και µε τράβηγµα ή σπρώξιµο προσπαθούν ο καθ’ ένας να σπάσει την ισορροπία του άλλου. Ο παίκτης ο οποίος σηκώνει ή κινεί το πόδι του χάνει.

∆ύο παίκτες ο ένας απέναντι στον άλλο, πηδούν µε το ένα τους πόδι, κρατώντας το άλλο πόδι σηκωµένο και λυγισµένο ελαφρά. Τα χέρια είναι δεµένα στην πλάτη. Με ελαφρά χτυπήµατα µε το στήθος, ώµους ή γοφούς, οι παίκτες προσπαθούν συγχρόνως να σπάσει ο ένας την ισορροπία του άλλου. Εκείνος ο οποίος πατά κάτω το λυγισµένο πόδι, χάνει το παιχνίδι. Στη διάρκεια του παιχνιδιού, απαγορεύεται η αλλαγή των ποδιών.

∆ύναµη (χαράζονται στο έδαφος 3 παράλληλες γραµµές). ∆ύο παίκτες ο ένας απέναντι στον άλλο σε µικρή απόσταση στη µεσαία γραµµή, µε τα χέρια δεµένα πίσω. Σπρώχνει ο ένας τον άλλο µε το στήθος, προς τα πίσω. Σκοπός του παιχνιδιού είναι να οδηγήσει ο κάθε παίκτης τον άλλο έξω από την περιοχή του. Το παιχνίδι γίνεται και µε σπρώξιµο των ώµων.

Χαράζεται στο έδαφος ένας κύκλος µε διάµετρο 2 µέτρων. Ο ένας παίκτης κάθεται στο κέντρο µε σταυρωµένα τα πόδια. Ο άλλος βρίσκεται όρθιος πίσω από την πλάτη του. Με το σύνθηµα ο καθισµένος παίκτης προσπαθεί να σηκωθεί όσο µπορεί πιο γρήγορα και ο άλλος προσπαθεί να τον εµποδίσει.

Κερδίζει ο παίκτης που θα σηκωθεί γρηγορότερα. Μετά ένα µικρό διάλειµµα, αλλάζουν οι ρόλοι των παικτών.

Κάθε περίοδος εκπαίδευσης έχει σαν σκοπό την πραγµατοποίηση ενός θεωρητικού µοντέλου, το οποίο να συγκεντρώνει όλες τις απαραίτητες εκείνες ικανότητες για την προώθηση του νέου Judoka στην ανώτερη περίοδο προετοιµασίας. Για την καλύτερη κατανόηση του περιεχοµένου της δραστηριότητας της περιόδου 6-9 ετών, πρέπει να καθοριστεί το µοντέλο στο

οποίο πρέπει να φθάσει το παιδί στο τέλος αυτής της περιόδου και σε αναλογία µε το µοντέλο αυτό να καθοριστούν τα αντικείµενα της εκπαίδευσης.

Αντικείµενα τα οποία επιδιώκουν την πραγµατοποίηση κάποιων παραµέτρων όσον αφορά τη φυσική προετοιµασία, τεχνική τακτική, ψυχική και θεωρητική. Σίγουρα στην ηλικία αυτή δεν τίθεται θέµα τακτικής προετοιµασίας.

Η πραγµατοποίηση των σκοπών οδηγεί στο τέλος στην πραγµατοποίηση του αντίστοιχου µοντέλου της περιόδου που έχει αναλυθεί. Παρ’ όλο που τα παιδιά αυτής της ηλικίας δεν ακολουθούν µια εξειδικευµένη αθλητική προετοιµασία διαφοροποιηµένη στους παράγοντες της προπόνησης µε σκοπό την πραγµατοποίηση του τελικού µοντέλου, ο καθορισµός των σκοπών γίνεται στην φυσική, τεχνική, θεωρητική και τακτική προετοιµασία.

Επειδή στην ηλικία αυτή δεν επιδιώκονται στόχοι πρωταθλητισµού, το περιεχόµενο της εκπαίδευσης εξαρτάται από τους σκοπούς που έχουν αναλυθεί προηγουµένως. Η ηλικία των 6-9 ετών αποτελεί το προοίµιο της εξειδικευµένης δραστηριότητας στο Judo, προπαρασκευαστική περίοδο ενσωµάτωσης των παιδιών στους αθλητικούς συλλόγους.

Το περιεχόµενο της εκπαίδευσης δεν είναι προσανατολισµένο προς την ανάπτυξη κάποιων ειδικών για το Judo φυσικών ικανοτήτων και την ιδιοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων τεχνικών, αλλά στην πραγµατοποίηση µιας γενικής φυσικής προετοιµασίας, την αρµονική ανάπτυξη του οργανισµού, τη διαµόρφωση κάποιων κινήσεων και δεξιοτήτων, οι οποίες θα διευκολύνουν στο µέλλον την ιδιοποίηση των τεχνικών του Judo, καθώς και τη διαµόρφωση κάποιων φυσικών ικανοτήτων απαραίτητων γι’ αυτόν τον αθλητικό κλάδο. Το κυριότερο µέσο για την πραγµατοποίηση των σκοπών εκπαίδευσης στην ηλικία των 6-9 ετών το αποτελεί το παιχνίδι (Hantau I., 1989).

Γίνονται κύκλοι στο Tatami µε τις ζώνες. Από την θέση της γονάτισης µέσα στον κύκλο µε στήριξη στις παλάµες έξω από τον κύκλο, τα παιδιά µετακινούνται κυκλικά µε “προστιθέµενα βήµατα” (το ένα πόδι ακολουθεί το άλλο, ενώ το βλέµµα είναι στραµµένο ευθεία µπροστά). ∆εν επιτρέπεται η επαφή µε τις ζώνες, µε τα χέρια ή τα πόδια.

Η ίδια άσκηση µπορεί να γίνει και αντίθετα, δηλαδή τα χέρια στον κύκλο και τα γόνατα έξω από αυτόν. Η µετακίνηση πραγµατοποιείται µε τα πόδια.

Η άσκηση αυτή συµβάλλει και στην ενδυνάµωση των µυών της πλάτης και του αυχένα.

Από την θέση κάθισµα βαθύ µέσα σ’ ένα κύκλο φτιαγµένο από ζώνες πάνω στο Tatami

εκτελούνται αλµατάκια σαν τα βατραχάκια µπροστά, πίσω, δεξιά-αριστερά έξω από τον κύκλο.

∆εν επιτρέπεται η επαφή µε τις ζώνες. Το κεφάλι και η πλάτη είναι σε ευθεία. Με την άσκηση αυτή αναπτύσσεται η δύναµη των ποδιών και της πλάτης.

Σε ζευγάρια τα παιδιά µε αµοιβαία λαβή των χεριών τους. Ανάµεσά τους παρεµβάλλεται ένας κύκλος φτιαγµένος από µια ζώνη. Πραγµατοποιούνται µετακινήσεις δεξιά-αριστερά γύρω από τον κύκλο. ∆εν επιτρέπεται η επαφή των ποδιών µε τον κύκλο.

Το κάθε παιδί φτιάχνει µε τη ζώνη του στο Tatami έναν κύκλο και στέκεται όρθιο µε το πρόσωπό του στραµµένο προς αυτόν. Πραγµατοποιούνται µετακινήσεις µε “προστιθέµενα βήµατα” (Tsugi Ashi) γύρω από τον κύκλο και πολύ κοντά σ’ αυτόν. ∆εν επιτρέπεται στο παιδί να πατήσει τη ζώνη του.

Οι µετακινήσεις γίνονται και προς τα δεξιά και προς τ’ αριστερά. Αυτές µπορούν να γίνουν επίσης και µε πλάτη στον κύκλο, ενώ µετά από πολλές επαναλήψεις γίνονται και µε τα µάτια κλειστά.

Σε ζευγάρια τα παιδιά δένονται µε µια ζώνη από τη µέση τους. Η ζώνη πρέπει να διατηρείται συνέχεια τεντωµένη. Το ένα από τα παιδιά µετακινείται µπροστά, πίσω ή πλάγια, το άλλο παιδί πρέπει να το ακολουθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η ζώνη να µην πέφτει κάτω. Οι ρόλοι αλλάζουν σε τακτικά χρονικά διαστήµατα.

Τα παιδιά είναι σε ζευγάρια το ένα απέναντι στο άλλο, κρατώντας αµοιβαία το καθένα από µια ζώνη στο κάθε χέρι. Οι ζώνες είναι τεντωµένες. Το ένα από τα παιδιά µετακινείται πίσω, µπροστά ή πλάγια και τραβά τις ζώνες, το άλλο πρέπει να αντιλαµβάνεται την κίνηση του αντιπάλου και να τον ακολουθεί έτσι ώστε η ζώνη να παραµένει διαρκώς τεντωµένη. Αλλάζουν τακτικά οι ρόλοι.

Άσκηση παραλλαγή της προηγούµενης, µόνο που οι ζώνες είναι δεµένες από τα πόδια των παιδιών. Στην προσπάθεια µετακίνησης του ενός ο άλλος πρέπει να αντιλαµβάνεται την κίνησή του και να τον ακολουθεί. Οι ζώνες δεν πρέπει να αγγίζουν το στρώµα.

Το ένα από τα παιδιά βρίσκεται στην θέση της γονάτισης µε στήριξη στις παλάµες. Το άλλο παιδί σε ιππευτική θέση πάνω σ’ αυτό, χωρίς να συγκρατείται µε τα χέρια του. Το “άλογο” µε διάφορες κινήσεις προσπαθεί ν’ ανατρέψει τον “αναβάτη” του, ο οποίος µε τη σειρά του προσπαθεί να συγκρατηθεί. Οι ρόλοι αλλάζουν συνεχώς.

Το ίδιο παιχνίδι µπορεί να γίνει σε προχωρηµένη φάση µε τους αναβάτες όρθιους ή σε κάθισµα βαθύ πάνω στ’ άλογα.

Ανά δύο, ο ένας στην πλάτη του άλλου. Τα άλογα στην όρθια θέση. Ο αναβάτης µε το ελεύθερό του χέρι προσπαθεί ν’ ανατρέψει άλλους αναβάτες. Το παιχνίδι διεξάγεται µέχρι να µείνει στο στρώµα ένα µόνο ζευγάρι.

Εκτός από την ισορροπία, το παιχνίδι αυτό καλλιεργεί και επιδεξιότητα, το θάρρος, το αγωνιστικό πνεύµα κ.λπ.. Αλλάζουν τακτικά τόσο οι ρόλοι όσο και το χέρι. Μπορεί να επιτραπεί δράση και από τα δύο χέρια.

Σε ζευγάρια πρόσωπο µε πρόσωπο από τη θέση κάθισµα βαθύ µε στήριξη σ’ όλο το πέλµα. Ο καθένας προσπαθεί µε έλξη, ώθηση ή αποφυγή, να αποτρέψει την ισορροπία του αντιπάλου του. Η επαφή των αντιπάλων γίνεται µόνο µε τις παλάµες. Μεταξύ των παιδιών τοποθετείται µια ζώνη την οποία δεν επιτρέπεται κανείς να ξεπεράσει. Είναι ένα πολύ καλό παιχνίδι για την εκµάθηση µιας βασικής αρχής του Judo “να µην αντιστέκεται στην δύναµη µε δύναµη” ή “υποχώρησε για να νικήσεις”.

Σε ζευγάρια ή οµάδες. Το κάθε παιδί έχει τα χέρια του µπροστά στο στήθος ή µπλεγµένα πίσω στην πλάτη. Με αλµατάκια στο ένα πόδι ο καθένας προσπαθεί να ανατρέψει την ισορροπία του άλλου. Όποιος αγγίζει και µε τα δύο του πόδια το στρώµα χάνει.

Τα παιδιά πρέπει να µάθουν να αποφεύγουν τον αντίπαλο όταν αυτός επιτίθεται, έτσι ώστε αυτός να χάνει από µόνος του την ισορροπία του και να επιτίθεται όταν αυτός υποχωρεί.

Σε ζευγάρια πρόσωπο µε πρόσωπο µε τα ίδια πόδια (αριστερό ή δεξί) µπροστά, τα πέλµατά του ενωµένα στην ίδια γραµµή. Με το αντίστοιχο χέρι του ποδιού που είναι µπροστά, τα παιδιά πιάνονται αµοιβαία, το άλλο χέρι είναι πίσω στην πλάτη. Με κινήσεις έλξης και ώθησης µπροστά, πίσω και πλάγια, επιχειρείται η ανατροπή της ισορροπίας του άλλου. Το πόδι που είναι µπροστά δεν επιτρέπεται να µετακινείται. Με το παιχνίδι αυτό τα παιδιά µαθαίνουν το πότε να ενεργούν και πότε να υποχωρούν.

Το ένα από τα παιδιά σε ύπτια κατάκλιση µε τα χέρια του σε πρόταση ελαφρά κεκαµένα στην άρθρωση του αγκώνα, το άλλο στην όρθια θέση (βασική στάση) µπροστά στα πόδια του.

Το παιδί από την όρθια θέση προσπαθεί µε διάφορες µετακινήσεις να αγγίξει µε την παλάµη του το κεφάλι του συνασκούµενού του στο στρώµα.

Αυτός που βρίσκεται κάτω προσπαθεί ν’ αµυνθεί µε χέρια και πόδια, µετακινούµενοι µε την πλάτη στο στρώµα, έτσι ώστε να βρίσκεται συνεχώς µε τα πόδια του στραµµένα στον αντίπαλό του. Με το παιχνίδι αυτό αναπτύσσεται και ο συγχρονισµός, η φαντασία και η ταχύτητα εκτέλεσης και από τα δύο.

Το παιχνίδι αυτό διεξάγεται όπως το προηγούµενο, µε τη διαφορά ότι τώρα ο σκοπός είναι η ακινητοποίηση και διατήρηση για µερικά δευτερόλεπτα µε την πλάτη στο στρώµα του συνασκούµενου. Μετά από 2-3 προσπάθειες αλλάζουν οι ρόλοι.

Σε ζευγάρια στην άκρη του στρώµατος. Το ένα παιδί βρίσκεται στην θέση της γονάτισης µε τα χέρια του στο γόνατο. Το άλλο παιδί όρθιο, σε θέση πρόκυψης, είναι δίπλα του µε λαβή µε το ένα του χέρι στη ζώνη και το άλλο στο πέτο του kimono. Το “σκυλάκι” προσπαθεί να οδηγήσει τον εκπαιδευτή του στην απέναντι πλευρά των στρωµάτων, ενώ ο αυτός προσπαθεί να το ακινητοποιήσει. Αλλάζουν οι ρόλοι για 2-3 φορές αναδεικνύοντας κάθε φορά και ένα νικητή.

Τα ζευγάρια πρόσωπο µε πρόσωπο µε στήριξη στα τέσσερα πέλµατα. Το κάθε παιδί ωθεί µε τον ώµο του τον ώµο του άλλου, µε σκοπό να το εξωθήσει έξω από έναν κύκλο. Για κάθε προσπάθεια αποδίδεται χρόνος 10-15 sec. Το παιχνίδι επαναλαµβάνεται για 3-4 φορές, αυτό µπορεί να γίνει και σε οµάδες χωρίζονται τα παιδιά σε ίσο αριθµό και µε το αυτό βάρος.

Από την όρθια θέση σε ζευγάρια µέσα σ’ ένα κύκλο φτιαγµένο από δύο ζώνες. Ο καθένας προσπαθεί να βγάλει τον άλλον από τον κύκλο µόνο µε ώθηση.

Τα παιδιά χωρίζονται σε ζευγάρια µε το ίδιο περίπου βάρος. Το ένα παιδί είναι σε ύπτια κατάκλιση, ενώ το άλλο από πάνω µε το στήθος του πάνω στο στήθος του άλλου, τα χέρια και τα πόδια του στηρίζονται στο στρώµα.

Το παιδί που βρίσκεται από πάνω θα πρέπει να διαγράφει έναν κύκλο µετακινούµενο πλάγια µε τα χέρια και τα πόδια του, ενώ παράλληλα πρέπει να πιέζει µε το στήθος του το παιδί που είναι κάτω, εµποδίζοντάς το να σηκωθεί ή να γυρίσει σε θέση πρόσθιας κατάκλισης.

Αποδίδονται βαθµοί στο παιδί που είναι πάνω ανάλογα µε το πόσο θα µετακινηθεί: 5 βαθµοί γι’ ένα ολόκληρο κύκλο, 3 βαθµοί για µισό κύκλο και 1 βαθµός για το ένα τέταρτο του κύκλου Στο παιδί που είναι πιο κάτω αποδίδεται ένας βαθµός κάθε φορά που αυτό γυρίζει σε πρόσθια κατάκλιση.

Το παιχνίδι επαναλαµβάνεται 2-3 φορές για κάθε παιδί αλλάζοντας κάθε φορά τους ρόλους.

Παραλλαγή του παραπάνω παιχνιδιού µόνο που αυτή τη φορά το παιδί που βρίσκεται από κάτω είναι σε θέση πρόσθιας κατάκλισης, ενώ το άλλο παιδί µε το στήθος τον πιέζει στην πλάτη του και το εµποδίζει να γυρίσει σε ύπτια κατάκλιση. Το παιδί που βρίσκεται από κάτω δεν επιτρέπεται να στηρίζεται µε τα χέρια του στο στρώµα. Η βαθµολογία γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και στο προηγούµενο παιχνίδι.

Σε ζευγάρια, ο ένας σε ύπτια κατάκλιση, ο άλλος στη θέση της γονάτισης δίπλα του ή πίσω από το κεφάλι του.

Με το παράγγελµα ο από κάτω προσπαθεί να γυρίσει σε πρόσθια κατάκλιση, ενώ ο άλλος προσπαθεί να τον ακινητοποιήσει στη θέση του. Για κάθε επιτυχηµένη προσπάθεια αποδίδεται ένας βαθµός. Το παιχνίδι αυτό µπορεί να γίνει και κατ’ οµάδες υπό µορφή συναγωνισµού.

Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο οµάδες, Α και Β, στην κάθε οµάδα υπάρχει ένας κυνηγός και οι λαγοί. Όλοι οι λαγοί είναι σε θέση κάθισµα βαθύ, ενώ οι δύο κυνηγοί στην όρθια θέση. Με το παράγγελµα του προπονητή αρχίζει το κυνήγι. Ο κάθε κυνηγός προσπαθεί να αγγίξει τους λαγούς της αντίπαλης οµάδας. Κάθε λαγός που αγγίζεται, κυλάει προς τα πίσω πέφτοντας στην πλάτη.

Ο κυνηγός ο οποίος τελειώνει πρώτος έχει τόσους βαθµούς όσους και οι λαγοί τους οποίους δεν άγγιξε ο αντίπαλος κυνηγός. Το παιχνίδι διεξάγεται πολλές φορές µε αλλαγή των κυνηγών.

Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο οµάδες: λιοντάρια και τίγρεις. Σχηµατίζονται ζευγάρια µ’ ένα λιοντάρι και µια τίγρη, τα οποία τοποθετούνται σε θέση κάθισµα βαθύ πλάτη µε πλάτη,

ωθώντας ελαφρά το ένα το άλλο. Όταν ο προπονητής φωνάζει “λιοντάρια” όλα τα παιδιά από την οµάδα των λιονταριών εκτελούν πίβοτ – περιστροφή στο ένα τους πόδι αφήνοντας τις τίγρεις να πέσουν πάνω στην πλάτη τους. Το παιχνίδι αυτό αναπτύσσει την προσοχή και διαµορφώνει την αντίληψη της δύναµης αντίστασης.

Ζευγάρια, το ένα από τα παιδιά είναι στη θέση της γονάτισης µε στήριξη στις παλάµες, το άλλο παιδί είναι στα γόνατα πλάγια – αριστερά. Το παιδί από τα πλάγια σκύβει πάνω στην πλάτη του συνασκούµενου και µε το δεξί του χέρι πιάνει από κάτω τη ζώνη αυτού. Το παιδί που βρίσκεται από κάτω αγκαλιάζει µε το δεξί του χέρι το κεφάλι του από πάνω, µε στήριξη στο αριστερό χέρι, τεντώνει τα γόνατά του και ανασηκώνοντας και την λεκάνη ανατρέπει τον αντίπαλό του πάνω από το κεφάλι του ρίχνοντάς τον µε την πλάτη. Η άσκηση επαναλαµβάνεται πολλές φορές µ’ εναλλαγή των ρόλων. Αποδίδεται προσοχή στον τρόπο µε τον οποίο γίνεται η πτώση αυτού που ανατρέπεται.

Στο σηµείο αυτό θα πρέπει ν’ αναφερθεί ότι στην προπαρασκευαστική περίοδο, που

αντιστοιχεί στην ηλικία των 6-9 ετών, η τεχνική του Judo δεν διδάσκεται σύµφωνα µε την ειδική µεθοδολογία εκµάθησης των τεχνικών. Οι επιδιωκόµενοι σκοποί στην ηλικία αυτή δεν είναι η εκµάθηση των τεχνικών, κυρίως του Nage-Waza, αλλά η ιδιοποίηση κάποιων κινήσεων, κάποιων δεξιοτήτων, οι οποίες στο µέλλον θα διευκολύνουν την εκµάθηση αυτής καθ’ αυτό της τεχνικής. Στην ηλικία αυτή ο καθηγητής πρέπει να δίδει την ευκαιρία στα παιδιά ν’ ανακαλύπτουν διάφορες τεχνικές. Για παράδειγµα (Hantau, I.):

Στα πλαίσια της πάλης στην όρθια θέση µε τον ίδιο τρόπο µπορεί να φθάσει κανείς στην εκµάθηση κάποιων κινήσεων φραγµού, σαρώµατος και ανατροπής του αντιπάλου, χρησιµοποιώντας τις κινήσεις ώθησης και έλξης αυτού. Για τον σκοπό αυτό γίνονται µια σειρά από παιχνίδια στα οποία ο προπονητής αποδίδει ρόλους στους δύο συνασκούµενους χωρίς όµως ο ένας να ξέρει το ρόλο του άλλου. Για παράδειγµα:

αυτού. Επειδή τα παιδιά δουλεύουν σε ζευγάρια, εύκολα ανακαλύπτουν ότι αυτός ο οποίος τραβά ευκολότερα ανατρέπεται εάν παρεµποδιστεί από ένα πόδι στο εσωτερικό. Η κίνηση αυτή που ανακαλύπτεται, επαναλαµβανόµενη και ιδιοποιούµενη από τα παιδιά, διευκολύνει αργότερα την εκµάθηση των τεχνικών O-Uchi-Gari ή Ko-Uchi-Gari.

Τα παιχνίδια που έχουν περιγραφεί, αποτελούν µόνο µερικά παραδείγµατα, ο αριθµός τους είναι πολύ µεγαλύτερος. Οι καθηγητές και οι προπονητές Judo έχουν υποχρεώσει να συλλέγουν και να χρησιµοποιούν τέτοια παιχνίδια στην εκπαιδευτική τους πορεία. Στην εκπαίδευση των παιδιών στο Judo µπορούν να χρησιµοποιηθούν ακόµα ασκήσεις από την ενόργανη γυµναστική (για την ανάπτυξη της ισορροπίας, την ευλυγισία, την ενδυνάµωση των άκρων, τη σταθερότητα των αρθρώσεων), την κολύµβηση (για την ανάπτυξη της αναπνευστικής λειτουργίας, τη σκληραγωγία του οργανισµού, την αναψυχή), το καράτε (για την ταχύτητα αντίδρασης, το θάρρος, την ευλυγισία), τον αθλητισµό (για την ανάπτυξη της ταχύτητας, της εκρηκτικότητας), τις αθλοπαιδιές (για την εξοικείωση σε µικτές προσπάθειες, την ανάπτυξη της οµαδικότητας), ακόµη και ασκήσεις µε βάρη προσαρµοσµένες στις δυνατότητες των παιδιών.

1000 Pieces Jigsaw Puzzle

Όλες οι παραπάνω ασκήσεις πρέπει όµως να έχουν παιχνιώδη µορφή, συναγωνιστικό χαρακτήρα, αποφεύγοντας τις µονότονες επαναλήψεις. Στα παραµικρότερα σηµάδια φυσικής ή ψυχικής κούρασης οι ασκήσεις πρέπει να αλλάζουν ή να γίνεται διάλειµµα.

(ασκήσεις και παιχνίδια για το σχολείο), Σέρρες, Εκ. Υπ. ∆ηµ. Α.Π.Θ..

(ασκήσεις και παιχνίδια για το σχολείο), Θεσσαλονίκη, Εκ. Υπ. ∆ηµ. Α.Π.Θ..

Creeping Mat, Eva Play Mat, Sports Mat, Yoga Mat, Foam Mat - Luoxi,http://www.lxsuliao.com/